”Φαινόμενο στενωπού” – Τι είναι και πώς θα επηρεάσει τις περιοχές που κάηκαν

888
Αλεξανδρούπολη 8 Σεπτεμβρίου 2023
Γράφει ο Παύλος Γεωργιάδης
Η τεράστια έκταση των 940.000 στρ. που καταστράφηκε από τη μέγα-πυρκαγιά στο νότιο Έβρο θέτουν την περιοχή προ του φαινομένου της “οικολογικής στενωπούς” (ecological bottleneck).
Η ζημιά στο Εθνικό Πάρκου Δαδιάς-Λευκίμμης και στα πέριξ δάση (447.000 στρ.) έχει μειώσει τα ζωτικής σημασίας ενδιαιτήματα για την άγρια ζωή.
Αυτό σημαίνει πως έχει μειωθεί σημαντικά η διακύμανση στη γονιδιακή δεξαμενή των άγριων φυτικών και ζωικών ειδών που διαβιούσαν στην περιοχή. Ό,τι έχει απομείνει, αποτελεί μικρούς πληθυσμούς ειδών, με μικρότερη γενετική ποικιλότητα, οι οποίοι καλούνται να μεταβιβάσουν τα γονίδιά τους στις μελλοντικές γενιές απογόνων κατά τη μακρά διάρκεια της αναγέννησης. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της ευρωστίας του μελλοντικού δάσους και των οργανισμών που φιλοξενεί, καθώς και της ικανότητάς τους να προσαρμοστούν και να επιβιώσουν στην κλιματική αλλαγή.
Η μελλοντική σύνθεση, η κατάσταση και η δυναμική των τοπίων που κάηκαν θα καθοριστούν από το μέγεθος της στενωπού που αντιμετωπίζουν, κάτι το οποίο μπορεί να αναδείξει η έρευνα στο πεδίο.
Η σοβαρότητα και η διάρκεια της οικολογικής στενωπού, επηρεάζεται από την τρέχουσα κατάσταση (πολύ άσχημη), την ετερογένεια των τοπίων/ενδιαιτημάτων (σχετικά υψηλή), τις συνεχιζόμενες πιέσεις από παράγοντες που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και τις χρήσεις γης/δάσους, αλλά και από την αντίδραση της πολιτείας.
Συνδυαστικά, όλοι αυτοί οι παράγοντες θέτουν τις βάσεις για το πόσο βιώσιμες και αποτελεσματικές θα είναι οι όποιες διαχειριστικές ενέργειες για την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων που επλήγησαν.
Οι πιέσεις που δέχεται το οικοσύστημα (κόκκινα βέλη) περιλαμβάνουν παράγοντες που αλληλεπιδρούν και σχετίζονται με τη χρήση γης και δάσους (πχ. εκκαθάριση και κατακερματισμός, υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, μελλοντικές φυσικές καταστροφές).
Επίσης, επηρεάζονται από παράγοντες που σχετίζονται με το κλίμα (πχ. αυξανόμενες θερμοκρασίες, υψηλές συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα, αλλαγές στη συχνότητα και ένταση των βροχοπτώσεων).
Αυτό το περίπλοκο κοκτέιλ συνεχιζόμενων πιέσεων μπορεί να αντισταθμιστεί από βιώσιμες παρεμβάσεις διαχείρισης (μπλε άγκιστρα), οι οποίες μπορούν να δράσουν με τρόπο ώστε να αποφευχθούν και να μετριαστούν οι συνέπειες.
Η μείωση της όχλησης και της περεταίρω αποψίλωσης, η υπεύθυνη διαχείριση και ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής μπορούν να συμβάλλουν σε αυτό.
Από εκεί και πέρα, απαιτούνται πολύ καλά μελετημένες και ακριβείς παρεμβάσεις, όπως η φύτευση, αποκατάσταση και ο εμπλουτισμός των δασικών ειδών με τοπικά είδη, η ενίσχυση της συνδεσιμότητας του τοπίου και η εκρίζωση χωροκατακτητικών ειδών για τη μεγιστοποίηση της βιολογικής και λειτουργικής ποικιλότητας και -συνεπώς- της μακροπρόθεσμης οικολογικής ανθεκτικότητας των τοπίων.
Σε αυτό το πλαίσιο, οποιαδήποτε σκέψη για φύτευση υβριδικών (δηλ. γενετικά ομοιογενών) δενδρυλλίων είναι εγκληματική.
Όλα αυτά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα μας να ενθαρρύνουμε πολλαπλές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε, αξιοποιούμε και αποκαθίστούμε αυτά τα τοπία.
Είναι ζωτικής σημασίας να αποφευχθούν παρόμοιες σοβαρές στενωποί στο μέλλον, στρέφοντας θετικούς κύκλους ανατροφοδότησης των δασικών και φυσικών πόρων και διευκολύνοντας την ανάκτηση των στοιχείων του οικοσυστήματος που έχουν εξαντληθεί.
Οποιοδήποτε σχέδιο αποκατάστασης ανακοινωθεί από την πολιτεία πρέπει να δει όλα αυτά τα βήματα με επιστημονικά τεκμηριωμένο, μετρήσιμο και διαφανή τρόπο. Αλλιώς μας περιμένει η έρημος – οικολογική και κοινωνική.