Ένωση Πληροφορικών Ελλάδας (ΕΠΕ): Σχετικά με το νομοθέτημα για την Ανώτατη Παιδεία

417

Η Ένωση Πληροφορικών Ελλάδας (ΕΠΕ), ως αρμόδια βάσει Καταστατικού για θέματα Παιδείας, ιδιαίτερα της Ανώτατης και την απόκτηση πτυχίων Πληροφορικής, παρακολουθεί με προσοχή τις ανακοινώσεις, τις δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών και τα δημοσιεύματα, σχετικά με την πρόθεση κατάθεσης σ/ν στη Βουλή για τη θεσμοθέτηση αντίστοιχων ιδιωτικών φορέων στην Ελλάδα.

Δελτίο Τύπου – Σχετικά με το νομοθέτημα για την Ανώτατη Παιδεία

Αθήνα, 8-2-2024

Η Ένωση Πληροφορικών Ελλάδας (ΕΠΕ), ως αρμόδια βάσει Καταστατικού για θέματα Παιδείας, ιδιαίτερα της Ανώτατης και την απόκτηση πτυχίων Πληροφορικής, παρακολουθεί με προσοχή τις ανακοινώσεις, τις δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών και τα δημοσιεύματα, σχετικά με την πρόθεση κατάθεσης σ/ν στη Βουλή για τη θεσμοθέτηση αντίστοιχων ιδιωτικών φορέων στην Ελλάδα.

Με σκοπό τη λεπτομερέστερη ανάλυση του θέματος και την παράθεση αντικειμενικών στοιχείων για το θέμα, η ΕΠΕ δημοσιεύει σήμερα μια σειρά εύλογων και συγκεκριμένων ερωτημάτων, με τις αντίστοιχες απαντήσεις. Σκοπός μας είναι η αποσαφήνιση των πολλαπλών ασαφειών και προβλημάτων που σχετίζονται με ένα τέτοιο νομοθέτημα, το οποίο εξακολουθεί να μην έχει κατατεθεί ακόμα επίσημα προς δημόσια μελέτη και διαβούλευση.

Ερώτημα 1: Είναι συμβατό το νέο νομοθέτημα με το ελληνικό Σύνταγμα;

Απάντηση: Όχι. Το άρθρο 16 ορίζει σαφέστατα ότι (παρ.5) “H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση” και επιπλέον (παρ.6) “Oι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί.” και επιπλέον (παρ.7) “H σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται.” Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνουν τόσο η ΠΟΣΔΕΠ με ανακοίνωσή της (18-1-2024), όσο και ο Σύλλογος Διοικητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) (10-1-2024), όπου καλούν την κυβέρνηση να μην καταθέσει το συγκεκριμένο υπό μελέτη σ/ν που θα παραβιάζει κατάφωρα το άρθρο 16 του Συντάγματος.

Ερώτημα 2: Ποιο ακριβώς πρόβλημα επιλύει το νέο σ/ν στην Ανώτατη Παιδεία;

Απάντηση: Δεν υπάρχει μέχρι τώρα καμία σαφής διατύπωση του προβλήματος που το νέο νομοθέτημα προσπαθεί να επιλύσει. Υπάρχουν όντως πολλά προβλήματα στη Γ-βάθμια Εκπαίδευση και στην πρόσβαση σε αυτή, όμως δεν ορίζεται σαφέστατα κάποιο τέτοιο ως στόχος προς αντιμετώπιση.

Ερώτημα 3: Από το νέο σ/ν προκύπτουν κάποια οφέλη για το δημόσιο σύστημα των ΑΕΙ;

Απάντηση: Όχι. Εξήγηση:

  1. Σε επίπεδο ακαδημαϊκής αριστείας, σύμφωνα με τους διεθνείς δείκτες αξιολόγησης τα μεγάλα δημόσια ΑΕΙ βρίσκονται σταθερά στο κορυφαίο 3% παγκοσμίως στην κατάταξη των καλύτερων 12.000 ιδρυμάτων διεθνώς, ενώ αντίθετα όλα τα υφιστάμενα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια απονομής ξένων τίτλων σπουδών ανάλογου επιπέδου (π.χ. Bachelor – BSc) στην Ελλάδα βρίσκονται σταθερά στις θέσεις από 8.000 και κάτω (βλ. παρακάτω Πίνακες 3-4). Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 36 τέτοιους αδειοδοτημένους από το Υπουργείο Παιδείας ιδιωτικούς φορείς, μόλις 8 έχουν καταφέρει να συμπεριληφθούν έστω μία φορά στη διεθνή λίστα των καλύτερων 12.000 ιδρυμάτων στην περίοδο 2013-2023.
  2. Σε επίπεδο κοινωνικής συνοχής, η πρόσβαση σε ιδιωτικά ανώτατα ιδρύματα χωρίς εξετάσεις και με υψηλά δίδακτρα προφανώς προτάσσει ως κύριο και μοναδικό προσόν την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας του εκάστοτε φοιτητή, αντί της ικανότητας και της αξιολόγησής του με αμιγώς εκπαιδευτικά κριτήρια. Αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και δεν σχετίζεται με τον χαρακτηρισμό των ιδρυμάτων αυτών ως “μη κερδοσκοπικά”, καθώς ο τελικός λογιστικός ισολογισμός των καθαρών κερδών τους δεν σχετίζεται με την καταβολή ή όχι των διδάκτρων.
  3. Σε επίπεδο Οικονομίας και ανάπτυξης, εφόσον υπάρχουν δίδακτρα τα οποία επιβαρύνουν την οικογένεια του φοιτητή και καταβάλλονται σε ιδιωτικό φορέα του εξωτερικού, αυτό σημαίνει αυτομάτως διαρροή εθνικών πόρων σε επίπεδο ρευστότητας και ΑΕΠ. Η απασχόληση εγχώριου διδακτικού προσωπικού δεν αφορά παρά μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες το πολύ καθηγητές (στην υπερ-αισιόδοξη πρόβλεψη), άρα με μηδαμινό οικονομικό αντίκτυπο, ενώ ο χαρακτηρισμός τους ως “μη κερδοσκοπικά” αυτομάτως σχεδόν εκμηδενίζει τα όποια φορολογικά έσοδα από τη δραστηριότητά τους στην Ελλάδα.

Ερώτημα 4: Θα υπάρξει ανταγωνισμός με τα ΑΕΙ και άρα βελτίωση της ποιότητας των πρώτων;

Απάντηση: Το αν θα υπάρξει ανταγωνισμός ή όχι εξαρτάται από το επίπεδο ακαδημαϊκής αριστείας των οργανισμών που θα θελήσουν να ιδρύσουν τέτοιους φορείς στην Ελλάδα. Από την παρούσα κατάσταση με τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια απονομής ξένων τίτλων σπουδών ανάλογου επιπέδου, όπως αναλύθηκε παραπάνω, δεν προκύπτει καμιά τέτοια πιθανότητα. Επιπλέον, η βελτίωση της ποιότητας σπουδών στα ΑΕΙ εκ των πραγμάτων, και βάσει των επιδόσεων τους διεθνώς, δεν πάσχει από το πρόγραμμα σπουδών ή από την επάρκεια του διδακτικού προσωπικού (ΔΕΠ), αλλά από την καταστροφική συρρίκνωση της χρηματοδότησής τους εδώ και πολλά χρόνια, με χειρότερη την τελευταία δεκαετία (βλ. παρακάτω Πίνακες 1, 2).

Ερώτημα 5: Σε περίπτωση που παρόλα αυτά υπάρξει τέτοιος ανταγωνισμός με τα ιδιωτικά ιδρύματα, θωρακίζονται τα ΑΕΙ έναντι αυτού;

Απάντηση: Όχι. Αντίθετα, αντί να ενισχύονται σε επίπεδο υλικοτεχνικής υποδομής, επάρκειας διδακτικού προσωπικού και δυνατότητας φιλοξενίας νέων φοιτητών, η υπο-χρηματοδότησή τους εξακολουθεί να βρίσκεται στο 1/3 αυτής που υπήρχε πριν μόλις μια δεκαετία. Αντιθέτως, τα ΑΕΙ θα χάσουν μέρος της αυτοχρηματοδότησής τους που προέρχεται από τα δίδακτρα των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών. Έτσι τα κρατικά ΑΕΙ θα μειώσουν ακόμη περισσότερο τον ήδη μειωμένο προϋπολογισμό τους

Ερώτηση 6: Πρακτικά, από που προκύπτει ότι τα ΑΕΙ υποβαθμίζονται συστηματικά έναντι αυτού του πιθανού “ανταγωνισμού” απέναντι σε ιδιωτικά ιδρύματα; Δεν προσφέρονται τα απαραίτητα μέσα και προϋποθέσεις όπως σε όλη την υπόλοιπη ΕΕ για να το καταφέρουν;

Απάντηση: Όχι. Ενδεικτικά, στα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια ο μέσος όρος των χρημάτων που προσφέρονται/επενδύονται ανά φοιτητή είναι 11.500€ και σε κάθε μέλος ΔΕΠ αντιστοιχούν 13 φοιτητές. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσό είναι 2.300€ και σε κάθε μέλος ΔΕΠ αντιστοιχούν πάνω από 44 φοιτητές (βλ. παρακάτω Εικόνα 3). Ανάλογη κατάσταση υπάρχει σε κάθε πτυχή της λειτουργίας των ΑΕΙ σε επίπεδο παροχών, υλικοτεχνικής υποδομής, βιβλιοθηκών, κτλ. Μέχρι το 2009 η συνολική χρηματοδότηση των ΑΕΙ ήταν περίπου 380 εκατομμύρια ευρώ. Σήμερα είναι μόλις 117 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή μειωμένη κατά 3,24 φορές μέσα σε 15 χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2020 το ύψος της χρηματοδότηση ήταν 93,43 εκατομμύρια ευρώ

Ερώτηση 7: Πως μπορεί να ανατραπεί αυτή η άκρως αρνητική κατάσταση για τα ΑΕΙ και όντως να θωρακιστούν απέναντι σε οποιαδήποτε τέτοια εξέλιξη, ως θεμελιώδη συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας για την παροχή δωρεάν πρόσβασης στην Παιδεία;

Απάντηση: Προφανώς χρειάζεται μια συνολική σχεδίαση και αντιμετώπιση της σημερινής κατάστασης. Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει κατά ελάχιστο:

  • Επαναφορά της χρηματοδότησης των ΑΕΙ άμεσα στα επίπεδα του 2009.
  • Αύξηση του συνολικού ποσοστού του ΑΕΠ που αφορά στην Παιδεία, έτσι ώστε να ενισχυθούν όλα τα στάδια προετοιμασίας των υποψηφίων φοιτητών.
  • Αναμόρφωση του τρόπου αξιολόγησης των υποψηφίων και της εισαγωγής τους στα ΑΕΙ με κατά τεκμήριο ουσιαστικό τρόπο, αντί την “αποστήθιση” απαντήσεων και μεθοδολογιών φροντιστηριακού τύπου, όπως ισχύει σήμερα.
  • Ενίσχυση της υλικοτεχνικής υποδομής των ΑΕΙ για τη σωστή υποδοχή του σημερινού και ακόμα μεγαλύτερου αριθμού εισακτέων.
  • Αντίστοιχα, αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού και ειδικότερα των ΔΕΠ, με απορρόφηση νέων διδακτόρων που σήμερα φεύγουν για αντίστοιχη εργασία στο εξωτερικό (brain drain).
  • Αύξηση των φοιτητικών παροχών με σκοπό την άμεση ενίσχυση των οικογενειών τους, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητικών εστιών, της δωρεάν σίτισης και μετακινήσεων, επιπλέον συγγραμμάτων και προσωπικού εξοπλισμού Η/Υ, κτλ

Ερώτημα 8: Με το νέο σ/ν και την ίδρυση ιδιωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα θα ανασχεθεί η φυγή νέων φοιτητών στο εξωτερικό για σπουδές ή/και αντίστοιχα η προσέλκυση ξένων φοιτητών στην Ελλάδα;

Απάντηση: Για να ανασχεθεί η φυγή νέων φοιτητών στο εξωτερικό θα πρέπει να υπάρξουν δυο προϋποθέσεις: (α) Τα ιδιωτικά ιδρύματα που θα λειτουργήσουν στην Ελλάδα να προσφέρουν ακριβώς το ίδιο επίπεδο σπουδών με το αντίστοιχο του εξωτερικού σε κάθε επίπεδο, δηλαδή υποδομές, παροχές, διδακτικό προσωπικό, κτλ, και (β) το κόστος διδάκτρων στην Ελλάδα να είναι μικρότερο ή το πολύ συγκρίσιμο με αυτό του κόστους διαμονής και σπουδών αντίστοιχα στο εξωτερικό. Η προϋπόθεση (α) σημαίνει ότι κάθε τέτοιο ιδιωτικό ίδρυμα θα πρέπει να δημιουργήσει αντίστοιχες ακαδημαϊκές υποδομές (campuses) και μάλιστα όχι μόνο στα ένα ή δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της Ελλάδας, αλλιώς η δημογραφική επίδραση ως ποσοστό ωφελούμενων φοιτητών θα είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Η προϋπόθεση (β) αυτομάτως υπονοεί ότι αυτό θα υλοποιηθεί με δίδακτρα αρκετά μειωμένα σε σχέση με τη διεθνή πρακτική του ίδιου ξένου φορέα, ακριβώς γιατί πρέπει να δημιουργηθεί κίνητρο παραμονής στη χώρα και σπουδών στο νέο αυτό εγχώριο παράρτημα. Αν έστω και ένα από τα (α) και (β) δεν ικανοποιούνται, τότε δεν δημιουργείται καμιά απολύτως προϋπόθεση-κίνητρο επένδυσης του ξένου φορέα προς τη δημιουργία παραρτήματος στην Ελλάδα με το απαραίτητο ακαδημαϊκό επίπεδο και οικονομική βιωσιμότητα. Κρίνοντας από την πρακτική των μεγάλων ξένων Πανεπιστημίων διεθνώς, καθώς και τη μη ύπαρξη παρατημάτων τους σε πολύ μεγαλύτερες “αγορές” και Οικονομίες στην Ευρώπη, κάτι τέτοιο φαίνεται ακόμα πιο αδύνατο να συμβεί εντός της ελληνικής πραγματικότητας

Ερώτημα 9: Με το νέο σ/ν και την ίδρυση ιδιωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα θα ενισχυθεί η προσέλκυση ξένων φοιτητών στην Ελλάδα;

Απάντηση: Όχι. Ισχύει ό,τι και για την ανάσχεση φυγής φοιτητών από την Ελλάδα στο εξωτερικό. Σε σχέση με ξένους φοιτητές, όντως η ελληνική Οικονομία είναι εκ των πραγμάτων αρκετά φθηνότερη σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, όμως το οικονομικό πλεονέκτημα δεν είναι το μοναδικό κριτήριο και θα πρέπει να αντισταθμιστεί από το γενικότερο επίπεδο διαβίωσης στην Ελλάδα από κάθε άποψη για ένα νέο φοιτητή. Πρακτικά, δεν αρκεί απλά και μόνο οι σπουδές να κοστίζουν λιγότερο στην Ελλάδα σε σχέση με τη Γαλλία ή τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ. Θα πρέπει συνολικά το βιωτικό επίπεδο, οι παροχές, το περιβάλλον σπουδών, όλα να είναι αντίστοιχα συγκρίσιμα. Και πάλι, η εμπειρία από την κατάσταση σε άλλες χώρες έχει αποδείξει ότι το οικονομικό κριτήριο είναι μεν ισχυρό κατά περίπτωση, αλλά όχι καθοριστικός παράγοντας σε κλίμακα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ακόμα και σε χώρες με πολύ ισχυρές Οικονομίες και βιωτικό επίπεδο στην κεντρική Ευρώπη, το ποσοστό φοιτητών σε ιδιωτικά ιδρύματα εγχώριων ή ξένων φορέων παραμένει σε πολύ μικρά μονοψήφια ποσοστά (1-3%) επί του συνόλου, ενώ την πολύ μεγάλη πλειοψηφία βρίσκεται στα δημόσια ιδρύματα αντίστοιχα των ελληνικών ΑΕΙ. Δηλαδή, ακόμη και όταν υπάρχει πολύ μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα για σπουδές σε πολύ υψηλού επίπεδου ιδρύματα σε άλλη χώρα, αυτό δε συμβαίνει μαζικά ή έστω σε σημαντικό ποσοστό

Ερώτημα 10: Προβλέπεται να εγκατασταθούν στην Ελλάδα ιδιωτικά παραρτήματα ξένων ιδρυμάτων πολύ υψηλού ακαδημαϊκού επιπέδου;

Απάντηση: Και πάλι, δεν προκύπτει από πουθενά κάτι τέτοιο. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, με βάση την πρακτική των μεγάλων ξένων Πανεπιστημίων διεθνώς, καθώς και τη μη ύπαρξη παρατημάτων τους σε πολύ μεγαλύτερες “αγορές” και Οικονομίες στην Ευρώπη, κάτι τέτοιο φαίνεται ακόμα πιο αδύνατο να συμβεί εντός της ελληνικής πραγματικότητας. Αυτό έχει να κάνει τόσο με οικονομικά κριτήρια βιωσιμότητας των παραρτημάτων αυτών, δηλαδή αν υπάρχει επαρκής “αγορά” και οικογένειες ικανού οικονομικού επιπέδου για την καταβολή αντίστοιχων διδάκτρων, αλλά και ακαδημαϊκά, που σχετίζονται με την αδυναμία δημιουργίας αντίστοιχα ισχυρών, κατάλληλα στελεχωμένων και εξοπλισμένων ακαδημαϊκών χώρων (campuses) έστω και σε ένα από τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας υποδοχής. Κατά συνέπεια, τα περισσότερα μεγάλα ακαδημαϊκά ιδρύματα υπολογίζουν ως απαράδεκτα υψηλό το ρίσκο της οικονομικής αποτυχίας (μη βιωσιμότητας) ή της υποβάθμισης του ακαδημαϊκού επιπέδου (ποιότητας σπουδών), συνεπώς δεν προχωρούν στην ίδρυση τέτοιων παραρτημάτων σε ξένες χώρες υποδοχής. Τέλος, θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι ο όποιος “ανταγωνισμός” με τα μεγαλύτερα ΑΕΙ της χώρας σημαίνει αναγκαστικά ότι εξετάζουμε περιπτώσεις ξένων Πανεπιστημίων αντίστοιχου επιπέδου, δηλαδή κατάταξης στα κορυφαία 300 διεθνώς, διαφορετικά δεν υπάρχει καν κίνητρο σε επιχειρηματικό επίπεδο

Ερώτημα 11: Αν, παρόλα αυτά, ξένα κορυφαία Πανεπιστήμια αποφασίσουν να ιδρύσουν στην Ελλάδα ιδιωτικά παραρτήματα, το ελληνικό Δημόσιο θα έχει τον τρόπο και να μέσα να ελέγχει τη λειτουργία τους σε επίπεδο ποιότητας σπουδών και ακαδημαϊκής αριστείας;

Απάντηση: Όχι. Αν σύμφωνα με το υπό μελέτη σ/ν τα ιδιωτικά αυτά ιδρύματα υπόκεινται κατά βάση στο εμπορικό Δίκαιο, παρά στο πλαίσιο της Ανώτατης Παιδείας λόγω αντισυνταγματικότητας, τότε είναι πρακτικά αδύνατο να επιβληθούν κριτήρια, προϋποθέσεις και αξιολόγηση με βάση αμιγώς το ακαδημαϊκό, εκπαιδευτικό και ερευνητικό πλαίσιο δράσης τους. Το γεγονός αυτό είναι αποδεδειγμένο από το ιστορικό της αλλαγής του πλαισίου λειτουργίας των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων πριν μερικά χρόνια, όπου οι όποιες προϋποθέσεις αφορούσαν κατά τεκμήριο ζητήματα ασφαλείας (π.χ. έκταση κτιριακών εγκαταστάσεων ανάλογα με το πλήθος των φοιτητών) και όχι την ουσία των οδηγών σπουδών και τον τρόπο αξιολόγησης, καθώς αυτά αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα και υποχρέωση του ιδρύματος στη χώρα βάσης του (π.χ. Βρετανία). Με άλλα λόγια, οποιοσδήποτε ξένο Πανεπιστήμιο εγκατασταθεί ως παράρτημα στην Ελλάδα θα υπόκειται σαφέστατα στο εθνικό και ευρωπαϊκό εμπορικό Δίκαιο, αλλά όχι εξ’ ορισμού στο ίδιο νομικό πλαίσιο λειτουργίας που ισχύει για τα ΑΕΙ. Αυτό έχει καίριες επιπτώσεις σε ολόκληρο το πλαίσιο λειτουργίας τους, όπως για παράδειγμα στο αν και κατά πόσο θα ισχύει το αυτοδιοίκητο όπως ορίζεται στο άρθρο 16, στον τρόπο επιλογής-πρόσληψης του διδακτικού προσωπικού, κ.ο.κ

Ερώτημα 12: Πως συμβαδίζει η θέση ότι “έχουμε πολλούς φοιτητές στα ΑΕΙ” με τη δημιουργία ιδιωτικών ιδρυμάτων που θα παράγουν ακόμα περισσότερους;

Απάντηση: Δεν συμβαδίζει. Οι εξαγγελίες και η αιτιολόγηση για την εφαρμογή του Σχεδίου Αθηνά 1 και 2, με βάση το οποίο μειώθηκαν δραστικά τα τμήματα σε ΑΕΙ μέσω συγχωνεύσεων ή καταργήσεων, βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε αυτό το επιχείρημα. Για πολύ καιρό ακούγονταν από τους πιο επίσημους εκπροσώπους της πολιτικής ηγεσίας ότι “οι φοιτητές είναι πολλοί”, ότι “σπουδάζουν για υπερβολικά πολλά χρόνια”, ότι “δεν χρειαζόμαστε άλλους επιστήμονες”, κ.ο.κ. Κάτι τέτοιο προφανώς διαψεύδεται από τα πραγματικά στατιστικά στοιχεία, ειδικά ως προς το τελευταίο (βλ. παρακάτω Εικόνα 2). Επιπλέον, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) επιβλήθηκε με το επιχείρημα ότι υποψήφιοι που δεν θα είχαν καλή επίδοση σε συγκεκριμένα μαθήματα κατά περίπτωση, δεν θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα εγγραφής και σπουδών στα αντίστοιχα τμήματα, καθώς η πιθανότητα να ολοκληρώσουν επιτυχώς τις σπουδές τους είναι μικρή. Σήμερα μαθαίνουμε ότι οι αντίστοιχοι φοιτητές θα μπορούν να εισάγονται σε οποιοδήποτε ιδιωτικό ίδρυμα χωρίς εξετάσεις, καταβάλλοντας απλώς κάποιο υψηλό ύψος διδάκτρων (άρα δεν αφορά όλες τις οικογένειες), να σπουδάζουν υπό καθεστώς ξένου εκπαιδευτικού συστήματος (άρα εκτός εθνικού ελέγχου) και να λαμβάνουν πτυχίο καθ’ όλα ισότιμο με αυτά των ΑΕΙ. Αν αυτό αφορά πολλούς, τότε δεν ισχύουν τα παραπάνω επιχειρήματα. Αν ισχύει μόνο για λίγους (λόγω οικονομικής ευχέρειας), τότε δεν υπάρχει συλλογικό συμφέρον να ανατραπεί έτσι βίαια όλο το συνταγματικό και νομικό πλαίσιο που υπάρχει σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, η παραπάνω αντίφαση δεν δικαιολογείται με κανέναν τρόπο

Ερώτημα 13: Οι νέοι φοιτητές που φεύγουν στο εξωτερικό για σπουδές σε ποια ιδρύματα σπουδάζουν; Με τι έξοδα; Επιστρέφουν αμέσως μετά την Ελλάδα για εργασία;

Απάντηση: Ακόμα και για οικονομικούς και μόνο λόγους, το ποσοστό των νέων φοιτητών που σπουδάζουν στο εξωτερικό σε κορυφαία Πανεπιστήμια, διεθνούς κατάταξης από θέση 300 και άνω (αντίστοιχη των μεγάλων ελληνικών ΑΕΙ), είναι κατά τεκμήριο μικρό. Η οικονομική κατάσταση και το μέσο κατά αναλογία εισόδημα μιας οικογένειας ίσως δεν μπορεί σήμερα ούτε καν να συντηρήσει τις σπουδές ενός παιδιού μακριά από το σπίτι του εντός της χώρας. Επιπλέον, η φυγή στο εξωτερικό τουλάχιστον 600.000 νέων επιστημόνων έγινε σχεδόν αποκλειστικά για λόγους εύρεσης εργασίας και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Αυτό σημαίνει ότι οι σπουδές και μόνο δεν είναι λόγος παραμονής ενός νέου φοιτητή στην Ελλάδα, εφόσον οι συνθήκες σπουδών και στη συνέχεια εύρεσης ανάλογης εργασίας είναι εξαιρετικά δυσμενείς

Ερώτημα 14: Ειδικά για τον κλάδο της Πληροφορικής, αν τα πτυχία των ιδιωτικών ιδρυμάτων είναι ισότιμα με κάθε έννοια με αυτά των ΑΕΙ, ποια ακριβώς είναι τα επαγγελματικά δικαιώματα που διασφαλίζονται για τους πτυχιούχους του κλάδου αυτού;

Απάντηση: Άγνωστο. Στον κλάδο της Πληροφορικής οι πτυχιούχοι ΑΕΙ και ισότιμων πτυχίων, σε επαγγελματικό ή/και ακαδημαϊκό επίπεδο, εξακολουθούν να μην έχουν στην πράξη κανένα νομοθετημένο θεσμικά τέτοιο δικαίωμα. Πρακτικά, οποιοσδήποτε μπορεί αν εργαστεί οπουδήποτε ως “ειδικός” σε επαγγέλματα του κλάδου, από απλός προγραμματιστής ως υπεύθυνος έργων Τεχνολογίας Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) εξαιρετικά υψηλού κόστους, ρίσκου και κρισιμότητας (safety-critical), χωρίς να προκύπτει από πουθενά καμία υποχρέωση κατοχής αντίστοιχου τίτλου σπουδών ως τυπικό προσόν. Στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα οι προσλήψεις που προκηρύσσονται μέσω ΑΣΕΠ συχνά περιγράφουν παρόμοιες θέσεις ως “…ή άλλου πτυχίου Θετικών Επιστημών”, ενώ κατά την πρόσληψη σε ιδιωτική επιχείρηση ή έναρξη επαγγέλματος ως αυτοαπασχολούμενος (ατομική επιχείρηση) πουθενά δεν ζητείται αντίγραφο πτυχίου ως βασική προϋπόθεση. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει αντίστοιχο Επιμελητήριο για τον κλάδο, ούτε η έννοια της άδειας ασκήσεων επαγγέλματος όπως στους Μηχανικούς Η/Υ – ακόμα και για αυτούς, η ένταξή τους στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ) είναι πολύ περιοριστική και δεν ισχύει για πτυχιούχους μη Πολυτεχνικών σχολών. Σε κάθε περίπτωση, η θεσμοθετημένη υποχρέωση αποδεικτικού σπουδών ως βασική προϋπόθεση για την άσκηση αντίστοιχου επαγγέλματος περιορίζεται σε εξαιρετικά συγκεκριμένες δραστηριότητες, όπως π.χ. η μελέτη δομημένης καλωδίωσης σε κτίρια, ενώ την ίδια στιγμή πολύ μεγαλύτερα και κρισιμότερα πεδία δραστηριότητας όπως π.χ. η διασφάλιση ποιότητας στην ανάπτυξη safety-critical λογισμικού παραμένει θεσμικά εντελώς αρρύθμιστη. Κατά συνέπεια, οποιοδήποτε ιδιωτικό ίδρυμα ξένου φορέα που θα απονέμει πτυχία Πληροφορικής στην Ελλάδα δεν θα προσφέρει καμία απολύτως διασφάλιση, επαγγελματική ή ακαδημαϊκή, στους αποφοίτους του, καθώς αυτό δεν ισχύει σήμερα ούτε για τα ΑΕΙ.

Ερώτημα 15: Ειδικά για τον κλάδο της Πληροφορικής, οι πτυχιούχοι των ιδιωτικών ιδρυμάτων σε ποιο Επιμελητήριο θα εγγράφονται;

Απάντηση: Άγνωστο. Όπως αναλύθηκε παραπάνω, τέτοιο Επιμελητήριο δεν υφίσταται σήμερα στην Ελλάδα, ούτε και κανένας άλλος φορέας διασφάλισης της ποιότητας των αντίστοιχων δραστηριοτήτων ειδικά για ΤΠΕ, ούτε των επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται σε αυτές.

Ερώτημα 16: Ειδικά για τον κλάδο της Πληροφορικής, εδώ και χρόνια τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια συνεργαζόμενα με ξένα ιδρύματα λειτουργούν “ανταγωνιστικά” ως προς τα ΑΕΙ. Τι δεν πήγε καλά; Γιατί ο κλάδος τους έχει συρρικνωθεί δραστικά τα τελευταία χρόνια και όσα απέμειναν εξακολουθούν να είναι σε διεθνή κατάταξη κάτω του 8.000;

Απάντηση: Τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια συνεργαζόμενα με ξένα ιδρύματα έχουν αναγνωριστεί ως επαγγελματικά (και μόνο) ισότιμα με τα αντίστοιχα των ΑΕΙ. Το υπουργείο Παιδείας επέβαλε και τότε “αυστηρές προϋποθέσεις” στη λειτουργία τους. Και τότε, όταν πριν πολλά χρόνια γινόταν η αντίστοιχη δημόσια συζήτηση, τα επιχειρήματα ήταν τα ίδια. Περιορισμός της φυγής νέων φοιτητών στο εξωτερικό, μεγαλύτερος ανταγωνισμός άρα βελτίωση των ΑΕΙ, κτλ. Τίποτα από αυτά δεν επαληθεύτηκε τελικά. Αντίθετα, με την αλλαγή του καθεστώτος αυτόματης αναγνώρισης των τίτλων σπουδών των βρετανικών Πανεπιστημίων λόγω του Brexit, αρκετές χιλιάδες φοιτητές και απόφοιτοι φορέων με έδρα τη Βρετανία βρέθηκαν με εντελώς “ξένους” τίτλους σπουδών που έπρεπε να αναγνωριστούν μέσω της πλήρους διαδικασίας (ΔΟΑΤΑΠ). Το αποτέλεσμα φυσικά αυτής της αποτυχίας δεν οφείλεται ασφαλώς στο Brexit, αφού ποτέ η συγκεκριμένη “αγορά” δεν λειτούργησε πραγματικά “ανταγωνιστικά” ως προς τα ΑΕΙ, ούτε και επιβεβαίωσε τις τότε εξαγγελίες.

Ερώτημα 17: Θα αποτραπεί η διαρροή φοιτητών προς το εξωτερικό;

Απάντηση: Δεν είναι βέβαιο. Αν επιπλέον σκεφτούμε πόσο έχουν αυξηθεί τα ενοίκια σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο και άλλες πόλεις της χώρας μας καθώς και το κόστος διαβίωσης, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι σε πολλές Ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις (Παρίσι, Γκέτινγκεν, Στοκχόλμη, Λούντ κλπ) τα εκεί δημόσια Πανεπιστήμια λειτουργούν χωρίς δίδακτρα και είναι σαφώς περισσότερο οργανωμένα (υποδομές, εστίες, σίτιση κτλ), οι σπουδές στο εξωτερικό (σε σχέση με ένα ιδιωτικό ΑΕΙ σε Ελληνική πόλη) φαντάζουν πιθανώς οικονομικότερη και σίγουρα πιο ελκυστική επιλογή.

Ακολουθεί Παράρτημα με πίνακες και στοιχεία που τεκμηριώνουν τα παραπάνω, καθώς και τη σημερινή κατάσταση στα ΑΕΙ της χώρας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό και επείγον να διαφυλαχθεί, η επιβίωσή τους σε βάθος δεκαετιών, ο δημόσιος χαρακτήρας τους και η ελεύθερη ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε αυτά, χωρίς κανένα οικονομικό κριτήριο.

Σε κάθε περίπτωση τονίζουμε τον βασικό κορμό της παρέμβασής μας: Οποιαδήποτε αλλαγή επιχειρείται στον χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης πρέπει να εξασφαλίζει ότι το Άρθρο 16 του Συντάγματός μας τηρείται μέχρι κεραίας. Κάθε απόπειρα “παράκαμψης” αυτού αποτελεί παρανομία. Ο μόνος τρόπος για να τροποποιηθεί ή καταργηθεί το εν λόγω άρθρο, είναι μέσω κάποιας Συντακτικής Βουλής όπως ακριβώς προβλέπει το Αστικό μας Σύνταγμα.

Παράρτημα

Παρακάτω παρατίθενται ενδεικτικά μερικά επίσημα οικονομικά στοιχεία, δημοσιευμένα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ) (Πίνακας 1) και το Πανεπιστήμιο Κρήτης (Πίνακας 2). Από αυτά αποδεικνύεται αδιαμφισβήτητα η ραγδαία απο-χρηματοδότηση των ΑΕΙ συστηματικά τα τελευταία 15 χρόνια, μέσω συρρίκνωσης του προϋπολογισμού τους στο σχεδόν 1/3 και ταυτόχρονα αύξηση των φοιτητών σε αυτά κατά +20% ως +40%.

Πίνακας 1: Οικονομικά στοιχεία από το ΕΜΠ.

Πίνακας 1: Οικονομικά στοιχεία από το ΕΜΠ.

Πίνακας 2: Οικονομικά στοιχεία από το Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Πίνακας 2: Οικονομικά στοιχεία από το Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Σχετικά με το επίπεδο σπουδών και την ακαδημαϊκή αριστεία των ελληνικών ΑΕΙ, παρατίθενται παρακάτω ενδεικτικά μια διεθνή μελέτη, η οποία καταδεικνύει το υψηλότατο ποσοστό αποφοίτων ΑΕΙ ανάμεσα στους κορυφαίους ακαδημαϊκούς καθηγητές (Εικόνα 1), καθώς και η διεθνής κατάταξη των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων ανώτατου επιπέδου που λειτουργούν στην Ελλάδα ως ΑΕΙ ή ιδιωτικά εκπαιδευτήρια συνεργαζόμενα με ξένους φορείς (Πίνακας 3).

Εικόνα 1: Κορυφαίοι καθηγητές σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ με βασικές σπουδές σε ελληνικά ΑΕΙ.

Εικόνα 1: Κορυφαίοι καθηγητές σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ με βασικές σπουδές σε ελληνικά ΑΕΙ.

Πίνακας 3: Διεθνής κατάταξη των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων ανώτατου επιπέδου που λειτουργούν στην Ελλάδα ως ΑΕΙ ή ιδιωτικά εκπαιδευτήρια συνεργαζόμενα με ξένους φορείς (Πηγή: Webometrics, Αυγ.2023 – http://www.webometrics.info/en/Europe/Greece%20)

Πίνακας 3: Διεθνής κατάταξη των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων ανώτατου επιπέδου που λειτουργούν στην Ελλάδα ως ΑΕΙ ή ιδιωτικά εκπαιδευτήρια συνεργαζόμενα με ξένους φορείς (Πηγή: Webometrics, Αυγ.2023

Εικόνα 2: Ποσοστό κατόχων διδακτορικού (PhD) ως προς το σύνολο του πληθυσμού.

Εικόνα 2: Ποσοστό κατόχων διδακτορικού (PhD) ως προς το σύνολο του πληθυσμού.

Εικόνα 3: Αναλογία ΔΕΠ ανά φοιτητές και ηλικιακή σύνθεση του προσωπικού ΔΕΠ.

Εικόνα 3: Αναλογία ΔΕΠ ανά φοιτητές και ηλικιακή σύνθεση του προσωπικού ΔΕΠ.

Πίνακας 4: Στοιχεία ερευνητικού έργου από ελληνικούς φορείς, κατά πλειοψηφία από ΑΕΙ και δημόσιους ερευνητικούς οργανισμούς.

Πίνακας 4: Στοιχεία ερευνητικού έργου από ελληνικούς φορείς, κατά πλειοψηφία από ΑΕΙ και δημόσιους ερευνητικούς οργανισμούς.

Πίνακας 5: Κατανομή χρηματοδότησης των ΑΕΙ από τον κρατικό προϋπολογισμό (2023), συνολικού ύψους 117,12 εκατομμύρια ευρώ.

Πίνακας 5: Κατανομή χρηματοδότησης των ΑΕΙ από τον κρατικό προϋπολογισμό (2023), συνολικού ύψους 117,12 εκατομμύρια ευρώ.

Εικόνα 4: Στοιχεία ποιότητας και πλήθους του παραγόμενου ερευνητικού έργου από ελληνικούς φορείς, κατά πλειοψηφία από ΑΕΙ και δημόσιους ερευνητικούς οργανισμούς.

Εικόνα 4: Στοιχεία ποιότητας και πλήθους του παραγόμενου ερευνητικού έργου από ελληνικούς φορείς, κατά πλειοψηφία από ΑΕΙ και δημόσιους ερευνητικούς οργανισμούς.

Εικόνα 5: Στοιχεία πλήθους του παραγόμενου ερευνητικού έργου από ελληνικούς φορείς, κατά πλειοψηφία από ΑΕΙ και δημόσιους ερευνητικούς οργανισμούς.

Εικόνα 5: Στοιχεία πλήθους του παραγόμενου ερευνητικού έργου από ελληνικούς φορείς, κατά πλειοψηφία από ΑΕΙ και δημόσιους ερευνητικούς οργανισμούς.

Το Διοικητικό Συμβούλιο
της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδας

URL: https://www.epe.org.gr, mailto:info(στο)epe.org.gr