Ιστορικά: Ο ανταρτοπόλεμος με αμερικανική θεώρηση – Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

962

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

 

Ο ανταρτοπόλεμος των ετών 1946-1949, υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα στην πορεία της Ελλάδας προς την ανάπτυξη, την ευημερία και την πρόοδο στον μεταπολεμικό κόσμο, που τον ακολουθούσαν ανεμπόδιστα τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Τελικά στα κρίσιμα εκείνα χρόνια, σημαντικά στηρίγματα της Ελλάδας- έστω και με ορισμένες υποχωρήσεις- αποδείχτηκαν το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ.

               Το Δόγμα Τρούμαν, όπως παρέμεινε γνωστό, ήταν η πολιτική που διατύπωσε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρυ Τρούμαν στην ιστορική ομιλία του, που εκφώνησε στις 12 Μαρτίου 1947, στο Κογκρέσσο, διακηρύσσοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα υποστήριζαν Ελλάδα και Τουρκία με οικονομικά προγράμματα και στρατιωτικά, για να αποτραπεί η υπαγωγή τους στη Σοβιετική σφαίρα επιρροής.

               Το σχέδιο Μάρσαλ ήταν η απόφαση της οικονομικής ενίσχυσης κρατών της Ευρώπης, μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της αντίληψης των Αμερικανών, ότι η επικράτηση του κομμουνισμού θα αποτελούσε κίνδυνο για τα στρατηγικά συμφέροντα και των Ηνωμένων Πολιτειών. Πήρε το όνομά του από τον τότε υπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ Τζορτζ Μάρσαλ, που είχε αναλάβει την υλοποίησή του.

Δόγμα Τρούμαν και σχέδιο Μάρσαλ, επέτρεπαν τις αμερικανικές παρεμβατικές κινήσεις στα ελληνικά πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά πράγματα. Τον Νοέμβριο του 1948 επανεξελέγη Πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Χάρυ Τρούμαν, γεγονός που επιβεβαίωνε ότι η υπερδύναμη, δεν θα εγκατέλειπε την Ελλάδα.

               Η παρουσία των Αμερικανών στα ελληνικά πράγματα, έγινε δυνατή, όταν οι Βρετανοί, αντιμετωπίζοντας τεράστια οικονομικά προβλήματα λόγω του μεγάλου Πολέμου, αποφάσισαν να αποσυρθούν από την Ελλάδα, την οποία στήριζαν αποφασιστικά, επί αρκετά χρόνια.

               Ήρθαν τότε στην Ελλάδα στρατιωτικοί και οικονομικοί σύμβουλοι, που άρχισαν αμέσως να μελετούν την κατάσταση, ενώ η χώρα μας έδινε σκληρό αγώνα πολεμώντας τους κομμουνιστές αντάρτες.

               Πώς έβλεπαν οι Αμερικανοί την καθημαγμένη Ελλάδα, που συνέχισε να πολεμά, όταν τα άλλα κράτη της Ευρώπης απολάμβαναν τα αγαθά της ελευθερίας;

               Στα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ, έχουν διασωθεί αναφορές διπλωματών, οικονομικών, και στρατιωτικών συμβούλων, αλλά και μυστικών πρακτόρων, που δίνουν ανάγλυφη εικόνα μιας Ελλάδας, που αντιμετώπιζε πολεμική εσωτερική απειλή με τους αντάρτες του ΚΚΕ, που τους στήριζαν άμεσα τρία γειτονικά κράτη τουλάχιστον και έδινε εικόνα οικονομικής επιβίωσης. Φτώχεια και τρόμος επικρατούσαν παντού.

*Οργάνωση και βάσεις των ανταρτών σε γειτονικές χώρες. Πηγή: Wikipedia

Η στρατηγική σημασία της Ελλάδας

Η Ελλάδα ήταν κατά τους Αμερικανούς, το τελευταίο βαλκανικό κράτος, που αντιστέκονταν εκείνη τη δεκαετία 1940-1950 στη σοβιετική κυριαρχία. Εάν η ΕΣΣΔ αποκτούσε τον έλεγχο της Ελλάδας απευθείας ή μέσω κρατών- δορυφόρων, εκτιμούσαν οι Αμερικανοί των μυστικών υπηρεσιών ότι:

(α) Θα ολοκλήρωνε την κυριαρχία της στα Βαλκάνια.

(β) Θα μπορούσε να επεκτείνει και να εδραιώσει τη θέση της στο Αιγαίο, που θα έδινε στη Σοβιετική Ένωση ο έλεγχος της Μακεδονίας και της Θράκης.

(γ) Θα χρησιμοποιούσε τη Θεσσαλονίκη, δηλαδή το ιστορικό νότιο τέρμα της χερσαίας διαδρομής από τη λεκάνη του Δούναβη προς τη λεκάνη του Αξιού και προς τα νότια, έως το Θερμαϊκό.

(δ) Θα αποκτούσε στρατηγική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, παρακάμπτοντας έτσι την Τουρκία και τα Δαρδανέλια, απειλώντας το Σουέζ και θέτοντας σε κίνδυνο τις συμμαχικές πολιτικές στην Εγγύς Ανατολής.

Σε αντιμετώπιση αυτών των ενδεχομένων διατυπώθηκε το νομοσχέδιο περί της  ελληνοτουρκικής βοήθειας. Η επέκταση της βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία ήταν η πρώτη σαφής ανακοίνωση προς τον κόσμο γενικότερα, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σκόπευαν να βοηθήσουν και να στηρίξουν εκείνες τις χώρες, που αντιστάθηκαν στη σοβιετική παρέμβαση. Η συνεχιζόμενη ικανότητα της Ελλάδας να αντιστέκεται, με τη βοήθεια των ΗΠΑ, θα παρακολουθείται όπως είναι επόμενο, στενά, τόσο από το ανατολικό όσο και από το δυτικό μπλοκ και θα έχει σημαντική επιρροή στη μελλοντική επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, στην Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή.

Ενώ η Ελλάδα είχε δοκιμάσει στο παρελθόν πολλές μορφές διακυβέρνησης, η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων εξακολουθούσε να έχει ισχυρή αίσθηση πολιτικής ελευθερίας, θεωρούσαν οι Αμερικανοί ειδικοί. Σήμερα- υπογράμμιζαν- μεταξύ των ηγετών τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς υπάρχει μια έντονη τάση, γεννημένη από φόβο, προς την ακραία πολιτική. Εάν στην Ελλάδα δινόταν εγγύηση εθνικής ανεξαρτησίας, τα κόμματα θα μπορούσαν και πάλι να διεκδικήσουν τις δημοκρατικές τους αρχές και θα μπορούσαν να υποστηρίξουν εποικοδομητικά τις δυτικές δημοκρατίες και τα Ηνωμένα Έθνη.

Στρατιωτικά η Ελλάδα ,δεν μπορούσε να αντέξει επίθεση από μια μεγάλη δύναμη όπως η ΕΣΣΔ ή από έναν συνδυασμό βαλκανικών κρατών- δορυφόρων της. Η ανεξαρτησία της και η συνεχής ασφάλεια των σημαντικών στρατηγικών σημείων της μπορούσαν σε εκείνη τη φάση να είναι εγγυημένες μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κινδύνευαν Θράκη και Μακεδονία

Στα γενικά στρατηγικά σχέδια για την Εγγύς Ανατολή, πρωταρχικός στόχος της ΕΣΣΔ ήταν  να πάρει τον έλεγχο της Ελλάδας, μέσω των βαλκανικών δορυφόρων της, των Ελλήνων κομμουνιστών ή και των δύο, υποστήριζαν οι Αμερικανοί ειδικοί. Εάν η πλήρης υλοποίηση του στόχου αποτύγχανε, η Γιουγκοσλαβία μπορούσε να επιχειρήσει να αποσπάσει την ελληνική Μακεδονία ή όπως την έλεγαν «Μακεδονία του Αιγαίου» για ενσωμάτωση, μαζί με τη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, ως κράτος σε μια ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία. Η απόσπαση της Μακεδονίας θα είχε όμως και άλλη συνέπεια εις βάρος της Ελλάδας, θα συνοδευόταν από απόσπαση της Θράκης από τη Βουλγαρία. Για να επιτύχει τους σκοπούς της στην Ελλάδα, πρόβλεπαν, ότι η ΕΣΣΔ θα συνεχίσει:

(α) Να διαδίδει και να εντείνει την προπαγάνδα, για να δυσφημήσει την ελληνική κυβέρνηση.

(β) Να προσπαθεί να εμποδίσει κάθε προσπάθεια του ΟΗΕ για επίλυση του ελληνικού προβλήματος.

(γ) Να αποπειραθεί, μέσω των δολιοφθορών που προκαλούσαν οι αντάρτες, να ακρωτηριάσει την ελληνική εθνική οικονομία και να ακυρώσει το Πρόγραμμα Αμερικανικής Βοήθειας.

(δ) Να παρέχει κρυφά, βοήθεια στους αντάρτες μέσω των κρατών- δορυφόρων. Η ΕΣΣΔ μπορεί ακόμη και να επεκτείνει την αναγνώριση του λεγόμενου «Δημοκρατικού Στρατού» των ανταρτών και τελικά της λεγόμενης Ελεύθερης Ελληνικής κυβέρνησης σε αντίθεση με την κυβέρνηση της Αθήνας.

Παραλυτικός τρόμος στη χώρα

Ο βαθμός στον οποίο η Ελλάδα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις τακτικές των δορυφόρων και της ΕΣΣΔ, εξαρτιόταν άμεσα από την ικανότητα του Ελληνικού Στρατού να υποτάξει τους αντάρτες.

«Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1946-47, η δημιουργία μιας γενικά αντιπροσωπευτικής και ειλικρινούς κυβέρνησης στην Αθήνα, δημιούργησε την ελπίδα ότι θα μπορούσε να είχε κάνει πολλά, για να σταματήσει την εσωτερική διαμάχη. Τώρα, όμως, η γενική κατάσταση έχει επιδεινωθεί τόσο πολύ και οι κομμουνιστές έχουν γίνει τόσο αποφασισμένοι που, αν και έχει σχηματιστεί πλειοψηφικός συνασπισμός Λαϊκής και Φιλελεύθερης Κυβέρνησης (7 Σεπτεμβρίου 1947), δεν είναι πιθανή μια καθαρά πολιτική λύση των προβλημάτων της Ελλάδας» υπογράμμιζαν οι Αμερικανοί πολιτικοί αναλυτές. Όσο ο πόλεμος συνεχίζεται- πρόσθεταν- με τη μεγάλη καταστροφή και τον παραλυτικό φόβο που δημιουργεί, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική κοινωνική και οικονομική ανασυγκρότηση.

Αρχικά, περίπου 149 εκατομμύρια δολάρια από τα 300 εκατομμύρια δολάρια που διατέθηκαν από τις ΗΠΑ για να βοηθήσουν την Ελλάδα προορίζονταν για στρατιωτικούς σκοπούς. Είναι πλέον απαραίτητο να μεταφερθούν εννέα εκατομμύρια δολάρια για στρατιωτικές ανάγκες από τα κονδύλια που διατίθενται για την οικονομική ανασυγκρότηση. Με αυξημένο εξοπλισμό των ΗΠΑ και πιο δυναμική ηγεσία, ο Ελληνικός Στρατός θα έπρεπε να μπορέσει να υποτάξει τους αντάρτες. Ωστόσο, θεωρούσαν οι ΗΠΑ ότι η ηγεσία του Στρατού εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής για το έργο που εκκρεμεί, και οι αντάρτες εξακολουθούν να λαμβάνουν βοήθεια σε αυξανόμενη κλίμακα από τους δορυφόρους της ΕΣΣΔ. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Ελληνικός Στρατός, όπως συγκροτείται και απασχολείται σήμερα, δεν μπορεί να φέρει εις πέρας την αποστολή του και ο ελληνικός λαός, κουρασμένος, τρομοκρατημένος και χωρίς αποτελεσματική ηγεσία, δεν μπορεί να κάνει έστω και λίγα για να βοηθήσει τον εαυτό του. Έτσι, το μέλλον της Ελλάδας ανήκει είτε στην ΕΣΣΔ  είτε στις ΗΠΑ, τονίζονταν. Δεν είναι πιθανό η ΕΣΣΔ και οι δορυφόροι ότι θα χαλαρώσουν την τεράστια πίεση που ασκούν στην Ελλάδα ή ότι το Πρόγραμμα Αμερικανικής Βοήθειας θα έχει αναζωογονήσει αρκετά το ηθικό και την οικονομία της χώρας μέχρι τον Ιούνιο του 1948 ώστε η Ελλάδα να σταθεί μόνη της, πρόβλεπαν οι ειδικοί των ΗΠΑ. Ο Νοέμβριος όμως εκείνης της χρονιάς είχε γεγονότα, που δημιουργούσαν κλίμα μιας σχετικής πολιτικής αστάθειες στην μαχόμενη Ελλάδα. Στις 12 του μηνός ο πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του. Τελικά μετά από σειρά διεργασιών και διαβουλεύσεων στις 19/11/48 ορκίσθηκε η νέα κυβέρνηση πάλι υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη των Φιλελευθέρων με αντιπρόεδρο τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, ηγέτη του Λαϊκού Κόμματος.

*Η κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη

Το κομματικά και προσωπικά συμφέροντα

 

Για την πολιτική σταθερότητα όμως στην Ελλάδα, που αντιμετώπιζε ένοπλη ανταρσία, οι Αμερικανικές υπηρεσίες είχαν τη δική τους άποψη προς το τέλος του 1947.

Σε αναφορές τους προς την Ουάσιγκτον τόνιζαν, ότι η χρόνια πολιτική αστάθεια στην Ελλάδα, από την απελευθέρωση και μετά, επιδεινώθηκε από τις εκτεταμένες κομμουνιστικές δραστηριότητες. Επιπλέον, ακόμη και ενώπιον μιας εθνικής καταστροφής, πολλοί πολιτικοί στην Αθήνα, δεν ήταν πρόθυμοι να αγνοήσουν τα προσωπικά και κομματικά τους συμφέροντα για το κοινό καλό. Είναι αμφίβολο- υπογράμμιζαν- εάν η παρούσα κυβέρνηση, αν και συνασπισμός των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, Φιλελεύθερων και Λαϊκών, έχει την πλήρη εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του λαού. Χωρίς σταθερή καθοδήγηση των ΗΠΑ, η σύγκρουση ιδεών και προσωπικοτήτων εντός του υπουργικού συμβουλίου, μπορεί να καταστήσει την κυβέρνηση αναποτελεσματική. Ενώ η κυβέρνηση λειτουργεί υπό ένα φιλελεύθερο και πεφωτισμένο σύνταγμα, οι χαοτικές συνθήκες και ο τρόμος από την ανταρσία, έχουν οδηγήσει σε πολλά ακραία μέτρα και ασυνέπειες στην κρατική διοίκηση. Έτσι, ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα επιτράπηκε η νόμιμη λειτουργία του Κομμουνιστικού Κόμματος και του κομματικού Τύπου, η κυβέρνηση έχει φυλακίσει ή εξορίσει εκατοντάδες μη κομμουνιστές, απλώς και μόνο επειδή ήταν μέλη της πολιτικής αντιπολίτευσης.

Συνεχίζοντας οι Αμερικανοί διπλωμάτες αναφέρονταν και με πολλές αιχμές στους πολιτικούς της εποχής εκείνης.

Οι περισσότεροι πολιτικοί- ισχυρίζονταν στις εκθέσεις τους- συνειδητοποιώντας τη ζωτική αναγκαιότητα της αμερικανικής βοήθειας προς την Ελλάδα, αποδέχονται τις προτάσεις των ΗΠΑ για ανάκαμψη. Άλλοι όπως, εξακολουθούν να προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και το Πρόγραμμα Αμερικανικής Βοήθειας για τους δικούς τους πολιτικούς σκοπούς. Η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού είναι δημοκρατική και φιλοαγγλοαμερικανική. Οι άνθρωποι φοβούνται την ΕΣΣΔ και μισούν τους Έλληνες κομμουνιστές, που έχουν κάνει μια ανελέητη εκστρατεία τρόμου στην ύπαιθρο. Δεδομένης της διαβεβαίωσης, της ελπίδας και της σταθερότητας που εξασφάλιζε η Αμερικανική βοήθεια, οι άνθρωποι θα πρέπει τελικά να είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν εκ νέου τις δημοκρατικές τους αρχές. Δεδομένου του συνεχούς φόβου και της απελπισίας, υπάρχει κίνδυνος να υποκύψουν, έστω και απρόθυμα, στην επίμονη πίεση των αποφασιστικών, μαχητών κομμουνιστών, πίστευαν οι Αμερικανοί.

Στις 12 Νοεμβρίου 1948, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του. Στις 19 του μηνός ορκίσθηκε η νέα κυβέρνηση υπό τον Σοφούλη πάλι με αντιπρόεδρο τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη.

*Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η απαγόρευση του ΚΚΕ

Όπως είναι γνωστό εξ άλλου, στις 27 Δεκεμβρίου 1947 είχαν κηρυχθεί παράνομα το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και η Εθνική Αλληλεγγύη, με έκδοση Αναγκαστικού Νόμου. Νωρίτερα από τις 18 Οκτωβρίου 1947 είχε απαγορευθεί η έκδοση και κυκλοφορία του δημοσιογραφικού οργάνου του ΚΚΕ η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» με το Ψηφίσμα περί Τύπου, που κατά την ηγεσία του κόμματος σήμαινε ουσιαστικά «το κλείσιμο των μη υποταγμένων στην αμερικανοκρατία εφημερίδων του λαού και ειδικώτερα του “Ριζοσπάστη”, του “Ρίζου της Δευτέρας”, της “Ελεύθερης Ελλάδας”, της “Κομμουνιστικής Επιθεώρησης”.

Ο κομμουνιστικός τύπος είχε πλέον κλείσει. Οι πολιτικές αδικίες κατά της μη κομμουνιστικής αντιπολίτευσης συνεχίζονταν, αν και σε ραγδαία φθίνουσα κλίμακα. Το 1946- κατά την άποψη των Αμερικανών διπλωματών- ο κόσμος τάχθηκε πίσω από το δεξιό Λαϊκό Κόμμα, που ήταν φιλοβασιλικό, από φόβο για τους κομμουνιστές. Οι γκάφες των αντιδραστικών, ωστόσο, κλόνισαν την πίστη του λαού στην ικανότητα των δεξιών να αντιμετωπίσουν το κομμουνιστικό πρόβλημα. Οι Αμερικανοί εκπρόσωποι στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας αυτή την κατάσταση, κατά καιρούς μπόρεσαν να επιφέρουν με επεμβάσεις τους, διεύρυνση της κυβέρνησης. Ωστόσο- φρονούσαν- ότι δεν είχε ακόμη σχηματιστεί ένας πραγματικά αποτελεσματικός συνασπισμός. Οι Κεντρώοι, που συνήθως αντιπροσώπευαν το κυρίαρχο πολιτικό συναίσθημα της χώρας, είχαν απογοητευτεί πολιτικά, μέσω ενός συνδυασμού και εξωτερικών πιέσεων. Κατά συνέπεια, παρά το γεγονός ότι η τότε κυβέρνηση διευθύνονταν από έναν Φιλελεύθερο πρωθυπουργό, οι επίμονοι, αιώνιοι πολιτικοί της Δεξιάς, εξακολουθούσαν να έχουν έναν έλεγχο στην πολιτική κατάσταση της χώρας. Οι περισσότεροι μη κομμουνιστές ηγέτες συμφωνούσαν ότι το κύριο καθήκον της κυβέρνησης είναι να εξαλείψει την κομμουνιστική απειλή, αλλά πολλοί αμφισβητούσαν έντονα, τη μέθοδο με την οποία μπορούσαν να νικηθούν οι αντάρτες και η χώρα να μπει στον δρόμο προς την οικονομική ανάκαμψη και πρόοδο.

 

Η στρατιωτική κατάσταση

Ο ανταρτοπόλεμος άρχισε τυπικά, τον Απρίλιο του 1946, με την επίθεση ανταρτών στο σταθμό Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο Πιερίας. Πράγματι ως αντάρτικος στρατός, στην αρχή του ανταρτοπολέμου απέφευγε τις μάχες παρατάξεως με τα υπέρτερα σε αριθμό και οπλισμό τμήματα του εθνικού Στρατού, που και αυτός είχε σοβαρές ελλείψεις σε άνδρες, υλικό και εκπαίδευση, ενώ ως στρατηγική μετά το δεύτερο μισό του διαστήματος της αναρχίας, επιλέχθηκε η μετατροπή του αντάρτικου σε τακτικό στρατό και επιδιώχθηκε η κατάληψη μια μεγάλης πόλης ή κωμόπολης, που θα χρησίμευε ως πρωτεύουσα.

Αρχικά η δράση των αντάρτικων ομάδων συντονιζόταν από το Γενικό Αρχηγείο Ανταρτών, το οποίο δημιουργήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1946. Στις 13 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε επίθεση στο χωριό Σκρα κοντά στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα με βαριές απώλειες των ανταρτών και του Στρατού. Ακολουθούν και αλλού επιθέσεις σε τοπικές φρουρές και σταθμούς χωροφυλακής στη δυτική Μακεδονία, τον Έβρο και τα  ελληνοαλβανικά σύνορα. Με τη διαταγή του Γενικού Αρχηγείου των ανταρτών στις 27 Δεκεμβρίου του 1946 οι αντάρτικες δυνάμεις μετονομάσθηκαν σε Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ). Τρεις μέρες μετά την ίδρυση του ΔΣΕ κατελήφθη προσωρινά η Υπάτη. Η πιο σημαντική επιτυχία του ΔΣΕ στις αρχές του 1947 είναι στις 14 Φεβρουαρίου 1947 η προσωρινή κατάληψη της Σπάρτης και η απελευθέρωση αριστερών φυλακισμένων. Πολύ αργότερα ακολούθησαν μεγάλες επιθέσεις και πρόσκαιρη κατάληψη της Καρδίτσας, του Καρπενησίου και της Νάουσας.

Οι Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι εκτιμούσαν ότι η αποτελεσματική ανοικοδόμηση της Ελλάδας εξαρτάται άμεσα από την ικανότητα του Στρατού να εξοντώσει τις αντάρτικες δυνάμεις. Ωστόσο, μετά από επτά μήνες της εκστρατείας κατά των ανταρτών που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1946, οι αντάρτες ήταν αριθμητικά πιο δυνατοί από ποτέ και η κατάσταση είχε φτάσει σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «επιδεινούμενο αδιέξοδο». Στις αρχές του 1947 οι αναζωπυρωμένοι αντάρτες, αναγκάζοντας τους χωρικούς να φύγουν σε μεγάλες πόλεις, καταστρέφοντας χωριά και κόβοντας τις γραμμές επικοινωνίας, παρέλυαν την εθνική ανάκαμψη. Ως εκ τούτου, ένας ελάχιστα εκπαιδευμένος στρατός αναγκάστηκε να ξεκινήσει επιχειρήσεις εναντίον των συγκροτημάτων, που λάμβαναν συγκεκριμένη υποστήριξη από τα κράτη- δορυφόρους της ΕΣΣΔ με ποικίλες μορφές.

Στα τέλη Οκτωβρίου 1948 μετά από επίσκεψη στην Αθήνα του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Τζωρτζ Μάρσαλ, είχαν αναζωπυρωθεί οι φήμες για αλλαγές στην ηγεσία του στρατεύματος. Και επανήλθε στο προσκήνιο το όνομα του στρατηγού Αλέξανδρου Παπάγου. Η επιλογή του όμως αντιμετώπιζε σειρά προβλημάτων γιατί όλοι γνώριζαν ότι ο Παπάγος για να αναλάβει την αρχιστρατηγία έθετε όρους, δηλαδή ότι θα είναι αδέσμευτος από οποιαδήποτε άλλη αρχή ή συμβούλιο. Και αντιδρούσαν. Με άλλα λόγια θα είχε ελευθερία δράσεως προς όλες τις κατευθύνσεις.

Ο Παπάγος τελικά ανέλαβε την αρχιστρατηγία στις 20 Ιανουαρίου 1949

Η παραπαίουσα οικονομία της Ελλάδας

Η Ελλάδα υπήρξε πάντα ένα φτωχό έθνος με ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα διαβίωσης στην Ευρώπη. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η εχθρική κατοχή και οι συνεχιζόμενες αντάρτικες διαμάχες είχαν βλάψει περαιτέρω την χρόνια επισφαλή οικονομία της Ελλάδας και από την απελευθέρωση, ένα φτωχό επίπεδο επιβίωσης διατηρήθηκε μόνο μέσω ξένων αποστολών βοήθειας. Οι φυσικοί πόροι και η βιομηχανία ήταν υποανάπτυκτες και οι γεωργικές μέθοδοι είναι απαρχαιωμένες. Τα τρόφιμα και τα καταναλωτικά αγαθά σπάνιζαν, οι τιμές ήταν υψηλές, το νόμισμα ήταν πληθωρικό, η ανεργία εκτεταμένη και το επιχειρηματικό ηθικό χαμηλό. Αυτή τη δραματική διαπίστωση, για την οικονομία της χώρας είχαν οι οικονομικοί σύμβουλοι.

«Μια ακμάζουσα εμπορική ναυτιλία συνεισφέρει ελάχιστα σήμερα στην ελληνική οικονομία λόγω της πρακτικής της νηολόγησης πλοίων με ξένες σημαίες και της επένδυσης των κερδών στο εξωτερικό» διαπίστωναν οι Αμερικανοί, που εξέταζαν την οικονομία της χώρας. Η ανεπάρκεια των μεταφορών είχε σαν συνέπεια να εμποδίζονται οι εσωτερικές επικοινωνίες και η διανομή των τροφίμων σε όλες τις περιοχές της χώρας. Τα ποτάμια της Ελλάδας, ένα άλλο πλουτοπαραγωγικό στοιχείο ήταν δυνητικά επικερδές, αν γίνονταν κατάλληλη αξιοποίηση. Η ανάπτυξη στην Ελλάδα, θα απαιτούσε μεγάλες επενδύσεις κεφαλαίου και σημαντικό χρονικό διάστημα. Κεφάλαια για στρατιωτικές προμήθειες και για ανοικοδόμηση είχαν ήδη ληφθεί από ξένες πηγές.

Το Πρόγραμμα Αμερικανικής Βοήθειας, το οποίο ανέλαβε να καλύψει τις ανάγκες για την περίοδο Μαΐου 1947- Ιουνίου 1948, εξαρτούσε για την επιτυχία του, την αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας στον προσεκτικά σχεδιασμένο έλεγχο όλων των σημαντικών φάσεων της ελληνικής οικονομικής ζωής και στην ταχεία αποκατάσταση του εσωτερικού, με την εμπέδωση της ασφάλειας από τον Ελληνικό Στρατό.

«Μέχρι στιγμής, η αποτυχία του στρατού όχι μόνο καθυστέρησε την ανάκαμψη, αλλά κατέστησε επίσης αναγκαία τη μεταφορά χρημάτων που διατέθηκαν για ανασυγκρότηση σε στρατιωτικές ανάγκες» διαπίστωναν οι Αμερικανοί ειδικοί. Επιπλέον, η ζημιά στην καλλιέργεια σιτηρών εκείνης της χρονιάς, δηλαδή του 1947, που προκλήθηκε από την ξηρασία και την αντάρτικη δράση, που δεν επέτρεψε τις γεωργικές εργασίες στο ύπαιθρο,  κατέστησε επίσης αναγκαία τη μεταφορά κεφαλαίων από την ανοικοδόμηση στην ανακούφιση των πληγέντων καλλιεργητών.

 

Οι σχεδιασμοί των Αμερικανών

Ποιοι ήταν οι σχεδιασμοί των Αυριανών για να αρθούν τα αδιέξοδα της Ελλάδας στο θέμα της ασφάλειας και της οικονομίας; Τι εισηγούνταν οι Αμερικανοί ειδικοί;

Πρώτον και κύριον, η εκκαθάριση των επιμέρους περιοχών από αντάρτες και στη συνέχεια να σφραγισθούν τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, για να αποτραπεί η εκ νέου διείσδυση ανταρτών από τις χώρες-δορυφόρους. Επί του πεδίου σχεδιάστηκε να περικυκλωθούν μεμονωμένες περιοχές, αποτρέποντας έτσι τη διαφυγή ανταρτών από περιοχή σε περιοχή εντός της Ελληνικής επικράτειας, και στη συνέχεια να συντριβούν τυχόν παγιδευμένοι αντάρτες μέσα στις κυκλωμένες περιοχές. Τόσο στη στρατηγική όσο και στην τακτική, ο στρατός είχε αποτύχει, θεωρούσαν οι Αμερικανοί. Μέρος αυτής της αποτυχίας οφείλονταν στον ίδιο τον Στρατό, που είχε καλλιεργήσει ένα αμυντικό και όχι επιθετικό πνεύμα. Ο κακός συγχρονισμός, η χρήση μεθόδων πολέμου πεδίου σε πόλεμο που διεξάγονταν στα βουνά. Αλλά οι κύριες αιτίες της αποτυχίας, ήταν τα ανεπαρκή στρατεύματα, το έδαφος που ευνοεί τις ομάδες υψηλής κινητικότητας οι οποίες μάλιστα  δεν είναι υποχρεωμένες να υπερασπιστούν συγκεκριμένα σημεία. Επίσης στις συνοριακές περιοχές, η ικανότητα των ανταρτών να γλιστρήσουν προς την ασφάλεια στις χώρες-δορυφόρους ήταν σημαντικό πλεονέκτημα γι’ αυτούς. Μέχρι τον Ιούλιο του 1947, οι αντάρτες αρκούνταν στη δράση υπεκφυγής, αλλά έκτοτε υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες προσπάθησαν να σταθούν και να υπερασπιστούν ορισμένες περιοχές, πιθανώς ως δοκιμή της σκοπιμότητας της προστασίας μιας «ελεύθερης» περιοχής πιθανής εγκατάστασης κυβέρνησης ανταρτών, που θα έπρεπε να εδραιωθεί σε Ελληνικό έδαφος. Οι αντάρτες ήταν το 1947 περίπου 18.500 άνδρες. Πάνω από τους μισούς από αυτούς ήταν  αναγκαστικά στρατολογημένοι, και στην πραγματικότητα τους κρατούσαν με απειλή θανάτου ή αντίποινα στις οικογένειές τους.

Ο σκληρός πυρήνας των ανταρτών, πιθανώς περίπου το 20%, είναι αποφασισμένος, καθοδηγείται αποτελεσματικά από αξιωματικούς που είναι καλά εξοικειωμένοι με το τοπικό έδαφος και ενθαρρύνονται, συμβουλεύονται και βοηθούνται από τους δορυφόρους. Η αρχή λειτουργίας τους είναι αυτή της καταστροφής και του τρόμου, για να δημιουργηθεί το μεγαλύτερο δυνατό χάος.

Ενάντια στους αντάρτες λειτουργεί ένας στρατός 120.000 ατόμων, ο οποίος αυξήθηκε προσωρινά κατά 20.000 νεοσύλλεκτους, που στρατεύθηκαν για να επιτρέψουν την αποστράτευση παρόμοιου αριθμού βετεράνων. Η αποτελεσματικότητα της ανώτατης διοίκησης του στρατού μειώνεται από την εμπλοκή στην πολιτική, έβλεπαν οι Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι. Τα κατώτερα κλιμάκια επηρεάζονται από την έλλειψη εκπαίδευσης και πρωτοβουλίας και από την υπερβολική διασπορά, που εμποδίζει τη συγκέντρωση μιας επαρκούς συγκεντρωμένης δύναμης κρούσης. Ο στρατός αρχικά είχε ένα προσωρινό πλεονέκτημα έναντι των ανταρτών λόγω της αεροπορικής υποστήριξης. Αυτό το πλεονέκτημα έχει πλέον μειωθεί σημαντικά από την ολοένα και πιο αποτελεσματική αεράμυνα από την πλευρά των ανταρτών και από την κούραση των πιλότων και το χαμηλό ηθικό στην αεροπορία.

Η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να αποσύρει τα εναπομείναντα στρατεύματά του από την Ελλάδα πριν από το τέλος του 1947 θα είχε δυσμενή επίδραση στο ελληνικό ηθικό, γιατί παρόλο που τα Βρετανικά στρατεύματα δεν συμμετείχαν στις μάχες των ανταρτών, η παρουσία τους ήταν καθησυχαστική για τον Ελληνικό Στρατό και την κυβέρνηση.

Το στρατιωτικό αδιέξοδο μπορεί να αρθεί με διάφορους τρόπους, όπως:

(α) Ανατροπή στο Γενικό Επιτελείο που, σε συνδυασμό με την υλική βοήθεια των ΗΠΑ και τις συμβουλές των ΗΠΑ σε τακτικές, θα μπορεί να επιτρέψει στον στρατό να αναλάβει μια αποτελεσματική επίθεση.

(β) Περισσότερη απροκάλυπτη βοήθεια από τους δορυφόρους με τη μορφή βαρύτερων όπλων και διεθνών ταξιαρχιών που θα νικούσαν τον Στρατό και τουλάχιστον θα ανάγκαζαν το ελληνικό ηθικό και την οικονομία να αναστηθούν.

(γ) Φανερή συμμετοχή από πραγματικές δορυφορικές μονάδες, που θα οδηγούσε σε ήττα του στρατού και απώλεια της βόρειας Ελλάδας. «Η τελευταία από αυτές τις πιθανότητες δεν είναι πιθανή αυτή τη στιγμή» τόνιζαν οι Αμερικανοί. Το Κρεμλίνο εμφανίζονταν ικανοποιημένο με την παρούσα ανατρεπτική προσπάθεια στην Ελλάδα και μάλλον δεν χρειάζεται να διακινδυνεύσει περαιτέρω παγκόσμια μομφή εναντίον του.

«Πιθανότατα το καταστροφικό αδιέξοδο θα συνεχιστεί. Εάν ναι, το Πρόγραμμα Αμερικανικής Βοήθειας θα καταστεί αναποτελεσματικό, αλλά δεν θα έχει επιτευχθεί αξιόλογη ανάκαμψη μέχρι τον Ιούνιο του 1948, όταν λήγει το πρόγραμμα. Στις 23 Οκτωβρίου, ο Πρωθυπουργός ενέκρινε ορισμένες αλλαγές στο Γενικό Επιτελείο, το αποτέλεσμα των οποίων δεν μπορεί ακόμη να καθοριστεί» σημείωνε η Αμερικανική πλευρά».

Η εξωτερική πολιτική

Η ελληνική εξωτερική πολιτική, που ξεκίνησε λίγο μετά την απελευθέρωση, ήταν αναγκαστικά μια αμυντική πολιτική ενάντια στον επεκτατισμό των βαλκανικών δορυφόρων και της ΕΣΣΔ. Με την αύξηση των ελληνικών εσωτερικών ταραχών το 1946:

Οι δορυφόροι (που παραδοσιακά αναζητούσαν διέξοδο στο Αιγαίο) υιοθέτησαν μια επιθετική πολιτική προς την Ελλάδα. Ο Τύπος και το ραδιόφωνο σε αυτές τις χώρες και στην ΕΣΣΔ πραγματοποίησαν επιθέσεις επανειλημμένα στην ελληνική κυβέρνηση και τελικά ο Τίτο ανακοίνωσε απειλητικά ότι οι Γιουγκοσλάβοι «δεν μπορούσαν να μείνουν αδιάφοροι» για τη μοίρα των αδελφών τους στη «Μακεδονία του Αιγαίου». Μέχρι τα τέλη του 1946, οι δορυφόροι, αν και ακολουθούσαν τις εξωτερικές μορφές κανονικών διπλωματικών σχέσεων με την Ελληνική Κυβέρνηση, βοηθούσαν κατάφωρα τους Έλληνες εξεγερμένους υλικά αλλά και ηθικά.

Η Ελλάδα παραδοσιακά εξαρτιόταν από τη Μεγάλη Βρετανία ως τη μεγάλη θαλάσσια δύναμη στη Μεσόγειο για να διατηρήσει την ανεξαρτησία της και να ενισχύσει την οικονομία της με εθνικά δάνεια και επενδύσεις κεφαλαίων. Ωστόσο, με την αναγκαστική περιστολή των Βρετανών στην Εγγύς Ανατολή, οι ΗΠΑ είχαν αναλάβει σημαντικές δεσμεύσεις στην Ελλάδα. Οι Έλληνες είχαν έτσι εξαρτηθεί οικονομικά από τις ΗΠΑ, στις οποίες είχαν από καιρό προσανατολιστεί συναισθηματικά. Ένα βίαιο σοβιετικό προπαγανδιστικό πρόγραμμα κατά της αμερικανικής παρέμβασης στις ελληνικές υποθέσεις δεν επηρέαζε ευρέως τις αμερικανοελληνικές σχέσεις και για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς υφίστατο η σοβιετική απειλή. Η Ελλάδα ήταν βέβαιο ότι θα συνεργαστεί και θα ακολουθήσει τις ΗΠΑ.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1948 ο πρόεδρος Χάρυ Τρούμαν υπέβαλε στο Κογκρέσο έκθεση για την πορεία της εφαρμογής του αμερικανικού προγράμματος βοήθειας στην Ελλάδα και την Τουρκία, υποστηρίζοντας ότι η προσπάθεια της συντριβής των ανταρτών είχε αποτελματωθεί λόγω της βοήθειας που τους πρόσφερε η Κομινφόρμ, παρά τις νίκες του Στρατού στο Γράμμο τον Ιούλιο.

Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα διεξήχθη ο αγώνας εναντίον της κομμουνιστικής ανταρσίας και το επόμενο έτος, το 1949, αποδείχθηκε νικηφόρος. Χρειάστηκε όπως η Ελλάδα να θρηνήσει το θάνατο 154.000 ατόμων. Οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού, όπως αναφέρονται στις στατιστικές του ΓΕΣ, έφτασαν στις 15.969 νεκρούς, τις 37.557 τραυματίες και τις 2.001 αγνοούμενους, δηλαδή συνολικά 55.527 άνδρες. Από την άλλη πλευρά οι απώλειες των ανταρτών ήταν 38.839 νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι και 20.128 αιχμάλωτοι. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, καταστράφηκαν 47.000 κατοικίες, 240 βιομηχανικές επιχειρήσεις και νοσοκομεία, 930 γέφυρες, 1.650 σχολεία. Εξοντώθηκαν 1.500.000 ζώα. Ήταν δυσβάστακτο το φορτίο του εντελώς άχρηστου και αχρείαστου ανταρτοπολέμου. Και τον πλήρωσε πολύ ακριβά η Ελλάδα…

ΠΗΓΕΣ

*Αρχείο εφημερίδας «Εμπρός» Αθηνών, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

*Εθνικά Αρχεία ΗΠΑ (https://www.cia.gov/readingroom/document/cia-rdp78-01617a003000140001-2).