Η κυβέρνηση εκχωρεί τη διαχείριση των δασών σε ξυλοβιομηχανίες – ξυλέμπορους

1028

Σπύρος Μπέης, Δασολόγος Δ/νσης Δασών Θεσπρωτίας
Αλίκη Ρουμελιώτη, Δασολόγος Δασαρχείου Αιγάλεω
Δημοσιουπαλληλική Ενότητα Δασολόγων

Το νομοσχέδιο που συζητιέται αυτές τις μέρες στη βουλή, είναι μια αντιδραστική αναδιάρθρωση στο πλαίσιο της «πράσινης μετάβασης» της «ευρωπαϊκής κοινωνικής συμφωνίας» και της επιδίωξης της ΕΕ για «κλιματική ουδετερότητα» απέναντι στην λεγόμενη κλιματική κρίση. Θα επιφέρει καταλυτικά αρνητικές επιπτώσεις στα δασικά οικοσυστήματα, αλλά και στους υπάλληλους της δασικής υπηρεσίας. Αποκαλύπτει δε, το υποκριτικό, ψεύτικο και εκμεταλλευτικό πρόσωπο των «ιπποτών» της πράσινης μετάβασης.

Αποτελεί εξειδίκευση και υλοποίηση αυτών των κατευθύνσεων της ΕΕ και του υφιστάμενου νομικού πλαισίου, των κανονισμών της ΕΕ, (πχ 2018/841, 2020/852, 2021/1119), που συνδέουν τα δάση με το εμπόριο ρύπων, και βρίσκουν τη συμφωνία τουλάχιστον όλων των κομμάτων που έχουν κυβερνήσει μέχρι και σήμερα. Στόχος είναι η αύξηση της βιομάζας συνολικά, και της δασικής για παραγωγή ενέργειας, ώστε το 2050 να είναι τρίτη στην κατάταξη του ενεργειακού μείγματος στην βιομηχανία και στις μεταφορές.

Εξειδίκευση των παραπάνω γίνεται στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα 2019 – 2030, στη Μακροχρόνια Στρατηγική για το 2050, στον Εθνικό Κλιματικό Νόμο 4936 του 2022, στο Εθνικό Πρόγραμμα Αναδιαρθρώσεων του 2023 και πιο πρόσφατα στο Εθνικό Σχέδιο Ενέργειας και Κλίματος του ΥΠΕΝ του 2023, όπου αναφέρει ότι πρέπει να αξιοποιηθούν τα δάση από ιδιωτικές επιχειρήσεις, ώστε αυτές να αντλήσουν δικαιώματα απορρόφησης CO2 (carbon offsets), να γίνουν «ενεργειακά ουδέτερες», «πράσινες» και «καθαρές». Δεν θα επεκταθώ στο παρόν κείμενο σε πολλές, διαφορετικές και ευρύτερες πλευρές που προκύπτουν από τα παραπάνω, ούτε στην διεθνή εμπειρία και πρακτική, γιατί θα γράψουμε βιβλίο.

H κυβέρνηση της ΝΔ υλοποιώντας αυτή την κατεύθυνση, συνεχίζει ακάθεκτη το διαχρονικό έγκλημα όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων, την εμπορευματοποίηση των δασών. Ικανοποιεί ταυτόχρονα και τις απαιτήσεις του ΣΕΒ, την επιδίωξη των μεγάλων ξυλοβιομηχανιών και ξυλεμπορικών επιχειρήσεων που από το 2000 οργάνωναν δικά τους συνέδρια, με πρόταση να αναλάβουν τη διαχείριση των δασών και την εκμετάλλευση της βιομάζας. Μάλιστα ορισμένες από αυτές, επιχορηγούν επιστημονικά συνέδρια, που όλως τυχαία έχουν ως αντικείμενο ή προτείνουν την  απόληψη της  δασικής βιομάζας και τη διαχείριση των δασών από ιδιωτικούς φορείς.

Όλοι μαζί βιάζουν τους νομούς της φύσης, μετατρέπουν τα δασικά οικοσυστήματα σε κερδοφόρα διέξοδο για τα συσσωρευμένα κεφάλαιά τους. Αξιοποιούνται τα δάση ως πλυντήριο από τις κάθε λογής επιχειρήσεις, ιδιαίτερα από τις πλέον ενεργοβόρες και ρυπογόνες, ώστε αποκτήσουν τον τίτλο του «πράσινου υπερασπιστή του περιβάλλοντος».

Αυτά εξυπηρετεί το νομοσχέδιο αυτό, που προβλέπει την εκχώρηση της διαχείρισης και της εκμετάλλευσης των δασών, της κρατικής δασικής περιουσίας, στους ξυλοβιομήχανους και ξυλέμπορους, εντείνει την εκμετάλλευση των δασών και δεν εξασφαλίζει την προστασία τους απο τις δασικές πυρκαγιές.

Προβλέπει επίσης ότι δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία ανάθεσης έχουν τα απαράδεκτα “νεοφανή“ Υβριδικά Συνεργατικά Σχήματα, (Υ.Σ.Σχη.), στα οποία μπορούν να μετέχουν Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας (ΔΑ.Σ.Ε).

Οι προϋποθέσεις για τον κύκλο εργασιών (5.000.000€), τον ειδικό κύκλο εργασιών στη μεταποίηση ξυλείας και προϊόντων (3.000.000€), το εταιρικό κεφάλαιο των παραπάνω προσώπων  ως μέλη στις επιχειρήσεις (3.000.000€), ουσιαστικά φωτογραφίζουν 5-10 εταιρίες σε όλη την Ελλάδα αλλά μπορούν και εταιρίες του εξωτερικού.

Είναι προφανές ότι η πρόβλεψη συμμετοχής στις επιχειρήσεις αυτές των ΔΑ.Σ.Ε., είναι μια  προσπάθεια ενσωμάτωσης τους στα σχέδια των επιχειρηματικών κορακιών.  Τους χρησιμοποιούν ως φερετζέ και πρόσχημα για να «θολώσουν τα νερά» και να ισχυριστούν ότι δεν είναι οι επιχειρηματικοί όμιλοι, αλλά οι ΔΑ.Σ.Ε. αυτοί στους οποίους δίνουν τη διαχείριση των δασών. Φυσικά οι ξυλοβιομήχανοι και ξυλέμποροι, μπορούν να δημιουργούν ΔΑ.Σ.Ε. «μαϊμού», που θα κατασκευάσουν οι ίδιοι και θα οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια στην περαιτέρω υποταγή των ΔΑ.Σ.Ε., στα κερδοφόρα σχέδια των ομιλών και στη μετατροπή τους σε εμπορικά παραρτήματα των ξυλοβιομηχανιών και ξυλεμπόρων. Θα τους χρησιμοποιούν ως άλλες ανθρώπινες – επιχειρηματικές «ασπίδες» για να πάρουν τα κρατικά δάση, αφού άλλωστε υπάρχει και το ανάλογο νομικό πλαίσιο, όπως ο νόμος για τους ΔΑΣΕ του 2016, που περιείχε κίνητρα μετατροπής τους σε εμπορικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις.

Ακόμη χειρότερα. Οι ξυλοβιομήχανοι και ξυλέμποροι που θα αναλάβουν  τη διαχείριση και εκμετάλλευση δασών, όχι μόνο θα έχουν τζάμπα βιομάζα, αλλά ΘΑ ΕΠΙΔΟΤΟΥΝΤΑΙ κιόλας ΕΤΗΣΙΑ με κρατικό χρήμα. Μάλιστα για να μην ανησυχούν τα «παιδιά», η κυβερνηση τους εξασφαλίζει από πριν, ότι το ύψος της επιδότησης δεν μεταβάλλεται μέχρι τη λήξη της διάρκειας της ανάθεσης. Διότι επιχειρείν χωρίς εξασφαλισμένο κρατικό χρήμα δεν υφίσταται πουθενά. Αλήθεια, τόσα χρόνια δεν υπάρχουν χρήματα για την δασική υπηρεσία για να συντάξει όπου δεν υπάρχουν και να υλοποίησει, όπου υπάρχουν διαχειριστικές μελέτες ή για 13 και 14 μισθό για του υπαλλήλους της, για προσλήψεις μόνιμου προσωπικού κ.λπ., αλλά άμα είναι για τους επιχειρηματίες, το καπέλο του κρατικού ταμείου βγάζει πολλά κουνέλια!

Προβλέπει επίσης ότι τον έλεγχο της αποληπτόμενης βιομάζας και της μεταφοράς της,  η οποία θα γίνεται «..με κάθε αναγκαίο μέσο…» δηλαδή με κάθε τρόπο που θα μειώνει το κόστος μεταφοράς κι όχι την προστασία του δάσους, θα κάνουν ιδιώτες από το «.. Μητρώο Πιστοποιημένων Ελεγκτών..», που θα ειναι ιδιώτες, ενώ δεν προβλέπει κανένα έλεγχο απο την αρμοδία δασική υπηρεσία που κατ’ επιταγή του Συντάγματος που οι ίδιοι ψήφισαν,  υποτίθεται ότι έχει την ευθύνη της διαχείρισης και προστασίας των δασών.

Αυτό καταγγέλθηκε και στην τοποθέτηση της εκπρόσωπου της (Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπάλληλων (ΠΟΓΕΔΥ), της κλαδικής ομοσπονδίας στην οποία ανήκουν οι Δασολόγοι εργαζόμενοι στη δασική υπηρεσία. Μετατρέπεται έτσι η ήδη απαξιωμένη, χωρίς προσωπικό, χρηματοδότηση και μέσα Δασική Υπηρεσία, σε υπηρεσία έγκρισης των μελετών, σε παρατηρητή «εκ του μακρόθεν» της εκμετάλλευσης της βιομάζας που θα βγάζουν οι όμιλοι από τα Δάση, σε πρωτοκολλητή των επιχειρηματικών ομιλων.

Το νομοσχέδιο αναφέρεται επίσης και στην εκπόνηση μελετών διαχείρισης δασών από εταιρίες μελετών, με επικαιροποιημένες τεχνικές προδιαγραφές, δηλαδή με προσαρμογή τους για να βγαίνουν από τα δάση όσο γίνεται μεγαλύτερες ποσότητες βιομάζας, (πως αλλιώς θα είναι κερδοφόρες οι επιχειρήσεις;), ενώ ακόμη και οι όποιοι περιορισμοί, θα ελέγχονται από τους ίδιους! Πάντως προκαλεί εντύπωση ότι ενώ δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία «επικαιροποίησης» των νέων διαχειριστικών μελετών, ήδη ειναι σε εξέλιξη η διαδικασία ανάθεσης των πρώτων διαχειριστικών μελετών σε δάση που βρίσκονται εντός τεσσάρων Περιφερειών της χώρας (Αττική, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος και Δυτική Ελλάδα). Πρόκειται για οκτώ συμβάσεις, συνολικής εκτιμώμενης αξίας 2.411.422,84 ευρώ.

Να πούμε βεβαία ότι το ΥΠΕΝ αρχικά είχε συμφωνήσει με τις Δασολογικές σχόλες των ΑΕΙ να προτείνουν τις νέες προδιαγραφές, αλλά η κυβέρνηση «άλλαξε γνώμη» και τις ανάθεσε ως έργο σε μελετητικές εταιρίες.

Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει! 

Να επισημανθεί επίσης ότι οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για την ανάθεση της διαχείρισης, έρευνας, παρακολούθησης, μελέτης και έργων των υδάτων της Θεσσαλίας  σε Ανώνυμη Εταιρία, θα εχει αρνητικές συνέπειες, στο ρόλο και το μέλλον των δασών.

Οι εξελίξεις αυτές “ολοκληρώνουν” μια πορεία καταστροφής των δασών της οποίας σταθμός αποτέλεσε η διάσπαση της διαχείρισης από την προστασία των δασών και της πρόληψης από την καταστολή, με τη μεταφορά της δασοπυρόσβεσης στην πυροσβεστική υπηρεσία το 1998.

Η υλοποίηση αυτού το σχεδίου θα οδηγήσει μεσομακροπρόθεσμα σε υποβάθμιση των δασών, με αρνητικά αποτελέσματα σε περιβάλλον, οικονομία και κοινωνία. Θα επηρεαστεί η ποιότητα ζωής, ο υδροφόρος ορίζοντας, θα ενταθούν τα πλημμυρικά φαινόμενα και η παράσυρση εδαφών. Θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο η τιμή του ξύλου άλλα και του πέλετ, με επιπτώσεις στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι επιλογές αυτές επιβεβαιώνουν επίσης ότι η ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασών δεν μπορεί να σχεδιαστεί ούτε να υλοποιηθεί, επειδή το αστικό κράτος ως συλλογικός εκφραστής των συμφερόντων των μονοπωλιακών ομίλων, έχει ως μοναδικό κριτήριο την εξυπηρέτηση, τη θωράκιση και διεύρυνση των κερδών τους. Και τα δάση υποτάσσονται αντικειμενικά  στις εκμεταλλευτικές σχέσεις παράγωγης, στον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης.

Όμως τα δάση είναι κοινωνικό αγαθό. Λαϊκή περιουσία και ιδιοκτησία. Η ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία τους, προϋποθέτει κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό, απαραίτητο για την κάλυψη των λαϊκών αναγκών και της προστασίας του περιβάλλοντος, μόνιμο προσωπικό, (Δασολογικό – επιστημονικό, διοικητικό, δασεργατικό κλπ), από διαφορετικά οργανωμένες δασικές υπηρεσίες, με σταθερή χρηματοδότηση απο τον κρατικό προϋπολογισμό και τα Π.Δ.Ε., που θα έχουν την ευθύνη για την πραγματική προστασία και διαχείριση των δασών στο πλαίσιο άλλης οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας.

Οι εργαζόμενοι στη Δασική υπηρεσία μαζί με όλο τον ελληνικό λαό, πρέπει να υψώσουν φραγμό. Να αγωνιστούν ενάντια στο σχέδιο έκτρωμα που οδηγεί σε ληστρική εκμετάλλευση των  δασών, σε κοστολόγηση του οξυγόνου που αναπνέουμε. Να μην υλοποιηθεί  το καταστροφικό έργο κυβερνήσεων, επιχειρηματικών ομίλων. Αυτό της πλήρους εμπορευματοποίησης των δασικών οικοσυστημάτων.

Με αφορμή το νομοσχέδιο με το οποίο η κυβέρνηση εκχωρεί τη διαχείριση των δασών σε ξυλοβιομηχανίες – ξυλέμπορους