Πέθανε ο μεγάλος δάσκαλος της παραδοσιακής μουσικής Χρόνης Αηδονίδης

3837
Έφυγε από τη ζωή τη Δευτέρα 23 Οκτωβρίου, σε ηλικία 95 ετών ο μεγάλος δάσκαλος της θρακιώτικης παράδοσης Χρόνης Αηδονίδης.

 

Βιογραφία

Ο Χρόνης Αηδονίδης γεννήθηκε στην Καρωτή Διδυμοτείχου στις 23 Σεπτεμβρίου 1928. Γιος του Ιερέα Χρήστου και της Χρυσάνθης Αηδονίδη, είναι ο δεύτερος από τα πέντε αδέλφια του. Στην Καρωτή, περνά τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια κι εκεί είναι που μαθαίνει τα πρώτα του τραγούδια και μυείται στον κόσμο της παραδοσιακής μουσικής, πρώτα από τη μητέρα του, κι έπειτα απ’ τους ντόπιους μουσικούς που έπαιζαν στα πανηγύρια του χωριού του.

Μαθητής ακόμα, διδάσκεται βυζαντινή μουσική, από τον πατέρα του και αργότερα από τον πρωτοψάλτη Μιχάλη Κεφαλοκόπτη.

Όταν τελείωσε το οκτωτάξιο γυμνάσιο στο Διδυμότειχο, διορίστηκε ως κοινοτικός δάσκαλος στα Πετρωτά του Έβρου. Το 1950 εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Αθήνα, όπου συνέχισε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη βυζαντινή μουσική, στο Ελληνικό Ωδείο, κοντά στο μεγάλο δάσκαλο Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου. Το Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου, προσλαμβάνεται στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, όπου εργάζεται ως λογιστής, ενώ παράλληλα ολοκληρώνει τις σπουδές του στα λογιστικά, στη σχολή «Πυρσός». Σ’ αυτή τη θέση θα παραμείνει ως τη συνταξιοδότησή του, το 1988.

Το 1953 ο μεγάλος λαογράφος Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου θα τον αναζητήσει και θα του προτείνει να συμμετέχει στην εκπομπή του “Θρακικοί Αντίλαλοι”, στο κρατικό ραδιόφωνο, προκειμένου να παρουσιάσει στον κόσμο ένα ρεπερτόριο της Θράκης άγνωστο μέχρι τότε. Παρότι στην αρχή ο Χρόνης Αηδονίδης θα διστάσει, λέγοντάς του “Τα τραγούδια αυτά τα ξέρω, τα αγαπώ, αλλά…ντρέπομαι να τα πω”, τα παραινετικά λόγια και οι συμβουλές του σπουδαίου λαογράφου θα τον επηρεάσουν και θα τον προτρέψουν να αφιερώσει τελικά όλο το υπόλοιπο της ζωής του στην προσπάθεια προβολής και διάδοσης της παραδοσιακής μουσικής. Οι «Θρακικοί Αντίλαλοι» που, πριν τον Χρόνη Αηδονίδη φιλοξενούσαν μόλις 30-40 τραγούδια της Ανατολικής Θράκης, τώρα πια, με τη φωνή του, γνωρίζουν στον κόσμο για πρώτη φορά τα τραγούδια της Δυτικής και της Βόρειας Θράκης αλλά και πολλά ακόμα της Ανατολικής, που ποτέ έως τότε δεν είχαν ακουστεί πέραν από τα σύνορα της Θράκης. Αργότερα συμμετέχει στη χορωδία του Σίμωνα Καρρά, ενώ από το 1957, αναλαμβάνει τακτική εβδομαδιαία εκπομπή στο ραδιόφωνο, προβάλλοντας το μουσικό θησαυρό της Θράκης. Παράλληλα εξακολουθεί να λαμβάνει μέρος σε πολλές συναυλίες ανά την Ελλάδα και να δισκογραφεί.

Το θρακιώτικο τραγούδι με την αριστοτεχνική και μελίρρυτη φωνή του, αγαπήθηκε από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Αλλά έχει ταξιδέψει μαζί του στην Αμερική, στην Αυστραλία, σε πολλά κρατίδια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και στην Ευρώπη.
Γι’ αυτό άλλωστε επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει την πατρίδα μας στις δύο μεγαλύτερες διοργανώσεις των τελευταίων χρόνων: στο διακρατικό παγκόσμιο τηλεοπτικό εορταστικό πρόγραμμα υποδοχής της νέας χιλιετίας, το 2000, όπου η Ελλάδα καλωσόρισε τη νέα χιλιετία με τη φωνή του, στο Σούνιο και το 2004, όταν πραγματοποίησε την έναρξη της Τελετής Λήξης των Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας, με το συγκινητικό καθιστικό τραγούδι: «Φίλοι μ’ καλωσορίσατε», απλώνοντας την ιερή μουσική της Θράκης σε κάθε γωνιά του κόσμου.

Το τεράστιο έργο του μπορούμε να το συνοψίσουμε σε τέσσερις λέξεις: Διέσωσε – Διαμόρφωσε – Δημιούργησε – Δίδαξε
Διέσωσε τη μουσική παράδοση της Θράκης όπως τη βίωσε, αλλά και όπως τη διδάχθηκε από την καλλίφωνη μητέρα του Χρυσάνθη. Όλος αυτός ο μουσικός πλούτος της Θράκης καταγράφηκε από τον κορυφαίο λαογράφο Παντελή Καβακόπουλο, ο οποίος σε ένα από τα βιβλία του «Τραγούδια της βορειοδυτικής Θράκης» αναφέρει πως κατά τα έτη 1951-1952 κατέγραψε περισσότερα από εκατό τραγούδια της βόρειας, ανατολικής και δυτικής Θράκης από το Χρόνη Αηδονίδη και τη μητέρα του.

Σήμερα ο Χρόνης Αηδονίδης έχει μια πλούσια δισκογραφία (πλέον των 500 τραγουδιών), με τα ωραιότερα τραγούδια της Θράκης. Τα περισσότερα μάλιστα από αυτά τα τραγούδια τα κατέγραψε δισκογραφικά δύο φορές, καθώς, όπως έλεγε ο ίδιος, τα τραγούδια αυτά καταγράφηκαν για πρώτη φορά δισκογραφικά στην Αθήνα, κυρίως τις δεκαετίες 60-70, κάτω από κακές συνθήκες με πίεση χρόνου εκτελέσεων, με ελάχιστες οικονομικές δυνατότητες παραγωγής και κυρίως με τη συνεργασία άριστων μεν επαγγελματιών μουσικών οι οποίοι όμως ήταν από άλλες περιοχές της Ελλάδας και ως εκ τούτου δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν το χρώμα, το ύφος και την πολυμορφία που παρουσιάζεται στη Θράκη, ούτε μπορούν να συγκριθούν με το πρωτογενές υλικό των ντόπιων μουσικών.