Ντοπιολαλιά: Κατσιούρτσα, Κιρτίκι, Κόρουσι (Η,Θ,Ι,Κ)

703

Η ντοπιολαλιά  μας, η  Καραμπναριώτικη Μαρέικη  διάλεκτος.

Γράφει ο Θεόφιλος Γουδουσάκης

Την αφορμή πήρα από μια σχετική συζήτηση που έκανα με τον αγαπητό και εξαίρετο φίλο μου Καραφύλλη Γκροζούδη  του  Πολυχρόνη.

Σκεφτήκαμε ότι ένα ερμηνευτικό λεξικό της ντοπιολαλιάς μας στη καθομιλουμένη πανέμορφη και πανελλήνια γλώσσα μας θα βοηθούσε τα μέγιστα στους νέους συγχωριανούς μας που ζουν και μεγαλώνουν μακριά από το χωριό μας τα Βρυσικά, να διαβάζουν και να κατανοούν καλλίτερα, πολλά από τα άρθρα που αναρτώνται στην ιστοσελίδα και εμπεριέχουν μέσα λέξεις Βρυσικιώτικες άγνωστες σ΄ αυτούς. Το τόλμησα .

Αντί επεξηγηματικού προλόγου παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου Πολύκαρπος και Θεοφάνης στα χρόνια του ζωναράδικου”

Στο χωριό, όπως και στα γύρω χωριά τα παραερυθροποτάμια, μιλούσαν με μια τραχιά προφορά. Έκοβαν από τις λέξεις το τελευταίο φωνήεν, τις μίκραιναν. Άκουγες λέξεις Ελληνικές αλλά με φαγωμένα τα περισσότερα φωνήεντα, άφηναν στις μεγάλες λέξεις ένα, δύο φωνήεντα να συμπλέκονται με πέντε και έξι σύμφωνα. Υπήρχαν στη γλώσσα τους και λέξεις άγνωστες για τους ξένους που φτιάχτηκαν από τους ίδιους και μέσα από τις ανάγκες της δύσκολης ζωής τους. Υπήρχαν και πολλές λέξεις Τούρκικες αλλά και Βουλγάρικες λόγω της συχνής επαφής με τους γείτονες τους Τούρκους και Βούλγαρους. Επίσης σε πολλές λέξεις είχαν αντικαταστήσει το «όμικρον» και το «έψιλον» με τα «ου» και «γιώτα» αντίστοιχα.

Η

 

Θ

Θάμαξα=θαύμασα απορημένος

Θαραπαύκα=χόρτασα ευχαριστημένος,

Θιμουνιά=θημωνιά , σωρός δεματιών θερισμένου σταριού κ.λ.π

Θραψίν=πολύ γλυκό έδεσμα από υποπροϊόντα σταφίδας. περίπου σαν τον χαλβά

 

Ι

Ιδαναϊά=κάπου εδώ

Ιξίκς=Σερσέμης

 

Κ

Καβάκι= κωλοτούμπα,   (στην πάλη,  τουν νίκσι,  τουν γύρσι καβάκ)

Καβάκια=λεύκες

Καβραντάου=αρπάζω

Καζάντσα=πλούτισα

Καζ΄κι=αναποδιά,μικρό ζόρισμα

Καϊνιάκι=λασπώδες μέρος

Καϊντιάει=γλυστράει

Κάϊτσα=γλύστρισα

Κάκου=θεία

Καλουσκάντι=χαιρετισμός σε ομάδα εργαζομένων

Καμπάτκιο=μαλακό

Καμπτζιρίζου=τρεμοπαίζω τα βλέφαρα

Κανίσκια=έθιμο του γάμου, το βράδυ της Κυριακής στο σπίτι του γαμπρού

Καραμάνς=μαύρος

Καρυά=καρυδιά

Καράτοπράκι=μαυρόχωμα

Καρλιά=τοπωνύμιο περιοχής

Καρσί=απέναντι

Καρταλάτσα=ψωμί κουλούρα στο τηγάνι

Καρτάλι=μαυροκόρακας

Κάρταλος=αετός

Κάντζιου=σκύλα που γέννησε

Καούνια=πεπόνια

Κάσια=χυλός από αλεύρι και τσιγαρισμένο με λίγδα

Κατράμ=πίσσα

Κατσιάκου=λαθραίο τσιγάρο

Κατσιαρόνουμι=ανοίγω τα πόδια μου

Κατσιούρτσα= μου ξέφυγαν

Καφάς=κεφάλι

Καφαντάνσακατ=αργόστροφος στη σκέψη

Καφκαλιά=τρόπος κράτησης της μπίλιας σε παιχνίδι

Κελεμές=άγονο ακαλλιέργητο χωράφι

Κεχαγιάς= κλητήρας της κοινότητας

Κ΄ζάνι=μικρό παιδάκι

Κ΄ζάτσι=πρόχειρα κατασκευασμένο έλκηθρο

Κμάρα=μικρή στάμνα

Κμάσι=κουμάσι

Κιντί=απόγευμα

Κιόρς=τυφλός

Κιοτής=φοβιτσιάρης

Κιρπίτσια=άψητα αχυρότουβλα, πλίνθοι

Κιρτίκι=μαχαιρογραμμή σε ξύλο σαν σημάδι, υποβοηθούσε το μέτρημα

Κλιμνιές=ξύλινα στηρίγματα για τα παραπέτα του κάρου

Κόλιαντος=καλοπελεκημένο μικρό ξύλο για τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα

Κόματι= σημαίνει ασήμαντη ενέργεια, κατά λέξη “τι ξέρεις τι έγινε”

Κόρουσι=πήρε φωτιά

Κόσια=τρέχα

Κόσα,κόσες=πλεξούδες μαλλιών των γυναικών

Κόσιατι=τρέξτε

Κ΄σ΄ρα= στείρα

Κότσι=κριάρι

Κουβλαντάει=γαβγίζει το σκυλί,πήρε τον ντορό

Κουϊρίκι=το μέρος με την ουρά προβάτου

Κουϊτής=απάνεμο μέρος

Κ΄ ιτσαν=μούχλιασαν ελαφρώς (το Κ προφέρεται παρατεταμένο και μόνο του, χωριστά)

Κ΄ρλάτσι=έφυγε , τόσκασε

Κουρπατσίνι=χοντρή βέργα για ξύλο

Κουλουμπούρτσα=μετάνιωσα από φόβο

Κουλτσιάσκαν= κόλλησαν τα σκυλιά

Κουπάϊ=κυνηγητικό σκυλί

Κουσεύου=τρέχω

Κουσκουλάντσα=επιτάχυνα

Κούσπα=υποπροϊόν σουσαμιού, ζωοτροφή

Κουτάει (αν σε κουτάει) =αν τολμάς

Κουκουμάκους=εργένης,γεροντοπαλίκαρο

Κουμούλα=μικρή τούμπα

Κουπάνα=σκάφη για πλύσιμο ρούχων

Κούρτ=λύκος

Κουτσιόπ=το ποώδες εσωτερικό από το κουκουνάρι καλαμποκιού, το χρησιμοποιούσαν για πώμα

Κούρτσα (το)=απαγόρευσα στο χωράφι μου τη βοσκή

Κρίνα=κουτί με καπνό, ταμπακιέρα

Κουντούρτσι=επέμενε πολύ

Κρούδια=τοπωνύμιο περιοχής

Κταβούδ΄=κουτάβι