Η ζωή στο χωριό: Την βασίλισσα την αποκαλούσαν ¨Μπέη” και το σμήνος “κόσμο” ή “αργάτες”

472

ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΑ

Γράφει ο Θεόφιλος Γουδουσάκης

Στο χωριό, στα χρόνια των δεκαετιών του ’50 και του ’60 λίγοι Βρυσικιώτες αγρότες  ασχολούνταν με τα μελίσσια και αυτοί  πάρεργα και ερασιτεχνικά.

Αυτά τα ελάχιστα νοικοκυριά είχαν και φρόντιζαν από πολύ λίγα μελίσσια, ίσα-ίσα για να βγάζουν το μέλι της οικογένειας τους άντε και να δώριζαν λίγο από τη παραγωγή τους και σε στενούς συγγενείς και φίλους τους. Τα μελίσσια τα είχαν μέσα σε κοφίνια που έπλεκαν μόνοι τους με χλωρές βεργούλες  σουϊτιάς ( αγριοϊτιάς) που φύονταν άφθονες και σε μεγάλες συστάδες στις όχθες του Ερυθροποτάμου. Αυτά τα κοφίνια, πριν τα χρησιμοποιήσουν για κυψέλες, τα άλειφαν μέσα έξω με ζωική κοπριά ανακατεμένη με καμπόχωμα για προστασία από τη βροχή και την υγρασία.

Η τροφή για τις μέλισσες μπόλικη στην παρθένα φύση της υπαίθρου,  η βλάστηση και η ανθοφορία οργίαζαν κατά τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες γι΄ αυτό και ο πληθυσμός των μελισσών σε κάθε κοφίνι-κυψέλη γίνονταν πολύ μεγάλος. Αυτήν την εποχή, Μάη με Ιούνη, λόγω του μεγάλου πλήθους και της πληθυσμιακής ωρίμανσης το μελίσσι “απουλνούσι του πλι”. Μια καινούργια βασίλισσα που ενηλικιώνονταν έπαιρνε ένα μέρος από το σμήνος των μελισσών, την προίκα της και εγκατέλειπε την κυψέλη ψάχνοντας μέρος να φτιάξει καινούργια.

Τη βασίλισσα την αποκαλούσαν ¨Μπέη” και το σμήνος “κόσμο” ή “αργάτες” Μέσα στο σμήνος υπήρχαν και οι λεγόμενοι “καλπαζάνδις” οι κηφήνες.

Αυτούς, ο μελισσάς το φθινόπωρο τους σκότωνε για να ελαφρώσει το μελίσσι από τα άχρηστα μέλη του για εξοικονόμηση τροφής (μελιού)για τις εργάτριες. Όταν “απουλνούσι” ένα κοφίνι-κυψέλη ο μελισσάς ή μελισσού (μελισσοκόμος) έπαιρνε ένα άδειο κοφίνι, έτριβε στο εσωτερικό ένα χόρτο, τον μελισσάκο, (μελισσόχορτο) έβαζε το κοφίνι στην αριστερή μασχάλη του και κρατώντας ένα μάτσο μελισσάκο στο δεξί του χέρι το κουνούσε με έναν τρόπο που μόνον αυτοί γνώριζαν, ιεροτελεστικό, φωνάζοντας συγχρόνως δυνατά και ρυθμικά “ελ μπέη κομ κομ κομ” σα να παρακαλούσε τον μπέη, τη βασίλισσα του καινούργιου σμήνους να φωλιάσει στο κοφίνι. Πολλές φορές όταν δεν κατάφερναν με το ιδιόρρυθμο παρακλητικό τραγούδι τους να παρασύρουν τη βασίλισσα να κονέψει στο κοφίνι έριχναν νερό κάτω στο χώμα για να το ξεγελάσουν και να κονέψει σε δέντρο νομίζοντας ότι βρέχει. Όταν ήθελαν να τρυγήσουν το μελίσσι, συνήθως το φθινόπωρο, νύχτα έπαιρναν το κοφίνι και το βουτούσαν στο νερό, το έπνιγαν όπως έλεγαν για να του “κλέψουν” το μέλι. Όταν ήθελαν να μην “απουλίκ΄ “  άλλο  “πλι¨ το μελίσσι το κούρευαν τα Βζιά, δηλαδή κατέστρεφαν τα βασιλοκελιά.