Ας θυμηθούμε την ιστορία των Πετράδων, που θα γιορτάσουν μοναδικά και φέτος τον Δεκαπενταύγουστο

1763
Οι πετράδες,πληθυντικός του ουσιαστικού ο πετράς. – Ο τεχνίτης της πέτρας, ο λαξευτής, ο λατόμος.

Το χωριό των Πετράδων είναι από τα πιο παλιά της περιοχής. Ο πληθυσμός του είναι ντόπιος και υπήρχε πριν τη δημιουργία χωριών της περιοχής, που προήλθαν από πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης, με την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1922.Σύμφωνα με μια εκδοχή οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού προέρχονταν από τη βορ. Ήπειρο. Για την παρουσία τους στον ευρύτερο χώρο της Θράκης υπάρχουν δύο θεωρίες.

Πρώτη είναι αυτή που συνδέεται με τις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών, κατά τον 17ο και 18ο αι. , τόσο στον Ελληνικό όσο και στον εξωτερικό του χώρο. Ομάδες ηπειρωτών μαστόρων , οργανωμένες σε συντεχνίες (εσνάφια ή ισνάφια) , άριστοι γνώστες της οικοδομικής τέχνης διέσχιζαν τον Ελλαδικό χώρο από το Μωριά ως τη Θράκη κατασκευάζοντας γεφύρια, κατοικίες κτλ. Έτσι είναι πιθανόν περιπλανώμενοι να έφτασαν και στην περιοχή μας και κάποιοι από αυτούς(επειδή ίσως ανακάλυψαν και την άφθονη πέτρα του τόπου) εγκαταστάθηκαν μόνιμα.

Η δεύτερη εκδοχή αναφέρεται στη βίαιη μετακίνηση ομάδων μαστόρων από την περιοχή εκείνη στην Ανδριανούπολη , για να την ανοικοδομήσουν μετά την καταστροφή της από τη μεγάλη πυρκαγιά.Το έργο αυτό κράτησε χρόνια. Ρίζωσαν στη γύρω περιοχή και μετά το τέλος του έργου έμειναν οριστικά στη Θράκη.

Tη σχέση των κατοίκων με τους Βορειοηπειρώτες μαρτυρούν και τα οικογενειακά επώνυμα όπως Νταντάκας, Μπούρας,Καρατσιώρας,Κατσίκας ή τα καθαρά βορειοηπειρώτικα Γκέκας , Γκίκας κτλ.
Το όνομα του χωριού προήλθε απο την τουρκική ονομασία<<Ταχτσιάρ- Αρναούτκιοι>>, που σημαίνει οι τεχνίτες της πέτρας δηλ. οι <<πετράδες>>.

Ευρήματα οικιακών συσκευών και τμήματα κτισμάτων βεβαιώνουν ότι το χωριό προϋπήρχε σε άλλη τοποθεσία γνωστή με το όνομα «Τσαρτσάρα» κοντά στον ποταμό ¨Εβρο. Επίσης στην ίδια θέση έχουν βρεθεί πολλά ανθρώπινα οστά ,μάλλον από κάποιο νεκροταφείο της εποχής. Στη σημερινή του θέση μεταφέρθηκε πιθανότατα ανάμεσα στις δεκαετίες του 1840 με 1860. Το 1864 το χωριό αριθμούσε 756 κατοίκους. Η πρώτη εγγραφή στο Μητρώο αρρένων του χωριού είναι το 1848 αγοριού με το επώνυμο Τολίδης. Τα στοιχεία έχουν ληφθεί από νεότερα έγγραφα ( καθώς τα παλιά κοινοτικά έγγραφα καταστράφηκαν όταν κάηκε το κοινοτικό κατάστημα ) γι’ αυτό και υπάρχουν μεγάλα κενά στην «επίσημη» ιστορία του χωριού.

Η πιο πιθανή αιτία της μετακίνησης φαίνεται να είναι η ελονοσία ,όπως επίσης και το γεγονός ότι πολλά παιδιά πνιγόταν παίζοντας στο ποτάμι ,που ήταν ακριβώς δίπλα. Βλέποντας κανείς τη σημερινή τοποθεσία του χωριού διαπιστώνει αμέσως ποιες ανάγκες εξυπηρέτησε η μετακίνηση. Χτισμένο σε ανηφορικό έδαφος πολύ πιο μακριά απ΄ το ποτάμι , παρείχε απόλυτη προστασία απ΄ τις πλημμύρες του Έβρου και όντας μακριά από τα βαλτοτόπια που υπήρχαν δίπλα στο ποτάμι εξασφάλιζε την προστασία τους από την ελονοσία.

Στην πλατεία του χωριού βρίσκεται η εκκλησία της Κοιμήσεως Θεοτόκου που κατά την επιγραφή που υπάρχει στο τέμπλο κτίστηκε σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από το Σαράντη Ντριμόνα το 1876.
Η άφθονη οικοδομική πέτρα από τα νταμάρια του χωριού και η τέχνη των Πετραδιωτών συναντήθηκαν δημιουργικά για να κτισθεί η τρίκλιτη Βασιλική με κολόνες από ξύλο βαλανιδιάς, που καλύφτηκαν με κατσικότριχα και γύψο για να γίνουν κυλινδρικές χωρίζοντας το ναό σε τρία μέρη. Το ξύλινο τέμπλο του ναού στολίζεται από εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο τόξο με ακτίνες συμμετρικά εκτεινόμενες προς τα πάνω από τον τριγωνικό οφθαλμό. Στην αριστερή και δεξιά πτέρυγα του ναού υπάρχει ξυλόγλυπτη μορφή φουστανελοφόρου που κρατά σπαθί και σταυρό στη μία, και στην άλλη βρίσκεται ανάμεσα σε κεντροφόρους δράκοντες.Στον αυλόγυρο της εκκλησίας είναι θαμμένοι παλιοί ιερείς του χωριού κατά μία παλιά συνήθεια , ανάμεσα τους ο παπα-Μιχάλης αιωνόβιος ιερέας ξακουστός στα χρόνια του για τους εξορκισμούς που έκανε.