Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου η συρρίκνωση των Ανθρωπιστικών Σπουδών στο ΔΠΘ

664

Ο Θανάσης Β. Κούγκουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

Το τρέχον και υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού «Οργανωσιακές αλλαγές στη Δομή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης» διακηρύττει μεγαλοφώνως ότι στοχεύει «α) [στην] ενίσχυση του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (Δ.Π.Θ.) και της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης»  με τη «διοικητική και γεωγραφική ταύτιση του ιδρύματος με την ανωτέρω Περιφέρεια» και «β) [στην] ενιαία παρουσία του Δ.Π.Θ. στο σύνολο της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, η οποία εκτιμάται ότι θα συμβάλλει καταλυτικά στη […]διασφάλιση του εθνικού συμφέροντος στην ευρύτερη περιοχή». Ωστόσο, στο άρθρο 9, λιτά, τηλεγραφικά και πένθιμα, ανακοινώνει επισήμως τη συρρίκνωση και τη βάναυση συμπίεση της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης με την επιζήμια συγχώνευση των τριών Τμημάτων της.

Στην πράξη αφομοιώνονται τα Τμήματα Ιστορίας και Εθνολογίας και Ελληνικής Φιλολογίας σε ένα πρόγραμμα σπουδών, σιωπηρά καταργείται παντελώς το Τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών και αναγγέλλεται ένα πρόγραμμα «Ψηφιακών Εφαρμογών στις Τέχνες και στον Πολιτισμό» που υποθέτω ότι οραματίζεται τη σύνδεση των ανθρωπιστικών με τις θετικές και εφαρμοσμένες επιστήμες. Αυτή ακριβώς η περικοπή των ανθρωπιστικών σπουδών στο Δ.Π.Θ. περιλαμβάνεται σε ένα νομοσχέδιο που κατά άλλα επαγγέλλεται την ενδυνάμωση του ακαδημαϊκού ιδρύματος και της περιοχής και επικαλείται, σχεδόν αδιάντροπα, την υπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος στη Θράκη.

Το πλέον εντυπωσιακό είναι πως ο συντάκτης του νομοσχεδίου δεν αισθάνεται καμία υποχρέωση να αιτιολογήσει το ψαλίδισμα των Τμημάτων της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών και την υποβάθμισή τους σε ένα ενιαίο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών. Ως μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας της Σχολής γνωρίζω ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο τις προθέσεις του Υπουργείου, όπως τουλάχιστον μεταφέρονταν επίσημα και ανεπίσημα σε συνελεύσεις και σε διαδρόμους. Η κεντρική αιτία που προφορικά προβάλλει το Υπουργείο είναι ο χαμηλός αριθμός εισακτέων φοιτητών στα τρία Τμήματα της Σχολής.

Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει είναι αν η Σχολή μας στην Κομοτηνή είναι η μοναδική Σχολή με το συγκεκριμένο πρόβλημα επιλεξιμότητας από τους εν δυνάμει φοιτητές σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Αν κοιτάξει κανείς τους αριθμούς σε ανάλογα Τμήματα και αντίστοιχες Σχολές Ανθρωπιστικών Επιστημών θα διαπιστώσει ότι σε όλα τα ακαδημαϊκά ιδρύματα που εδρεύουν στην περιφέρεια συμβαίνει το ίδιο φαινόμενο και σε ορισμένες περιπτώσεις με πολύ μεγαλύτερη ένταση από ό,τι εμφανίζεται στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποια αναγκαιότητα και ποια προτεραιότητα εξυπηρετείται από την απόφαση του Υπουργείου για την συρρίκνωση αποκλειστικά και μόνο της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δ.Π.Θ. Κυρίως αναρωτιέμαι πώς ο περιορισμός των ανθρωπιστικών σπουδών στο Δημοκρίτειο υποστηρίζει αποτελεσματικά το εθνικό συμφέρον στη Θράκη, όπως εξαγγέλλει το νομοσχέδιο.

Στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα των ανθρωπιστικών σπουδών εδώ και πολλά χρόνια είναι ορατή η σταδιακή περιστολή του ενδιαφέροντος για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Τμήματα με ηχηρό παρελθόν στον ευρωπαϊκό χώρο έχουν αναγκαστεί να αναστείλουν τη λειτουργία τους ή την έχουν περιορίσει σε σημαντικό βαθμό. Ο βασικός λόγος της έλλειψης ενδιαφέροντος από τους νέους ανθρώπους για την ανθρωπιστική παιδεία είναι η φαινομενική ασυμβατότητά της με την αγορά εργασίας. Εντούτοις, μόνο οι άνθρωποι που διαθέτουν κλασική και ανθρωπιστική παιδεία μπορούν να αντισταθούν στις αδηφάγες και εν πολλοίς ανήθικες ορέξεις της αγοράς, η οποία με μανία επιθυμεί να ακυρώσει τους σκεπτόμενους ανθρώπους και να τους μετασχηματίσει σε αποχαυνωμένους θεατές των ραγδαίων αλλαγών που συντελούνται στη ζωή μας.

Από αυτήν την άποψη θα περίμενε κανείς κυρίως το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας να αναλάμβανε μια εκστρατεία διάσωσης των ανθρωπιστικών σπουδών, δεδομένου ότι σε ύψιστο ποσοστό είναι ελληνοκεντρικές. Αντίθετα, μέσα από την αδικαιολόγητη παραδοχή ότι η επιστήμη αναγκαστικά συνδέεται με την κερδοφορία, το Υπουργείο σπεύδει πρώτο να φέρει πλήγμα στην ελληνική φιλολογία, την ελληνική ιστορία, την ελληνική λαογραφία, την ελληνική τέχνη, την κοινωνική ανθρωπολογία του ελλαδικού χώρου, τη διδακτική της ελληνικής γλώσσας στις βαλκανικές χώρες  και σε τόσα άλλα πεδία που θεραπεύονται στη σχολή μας. Ειδικότερα, το Υπουργείο αγνοεί ή παρακάμπτει την όντως καίριας εθνικής σημασίας παρουσία της Σχολής μας στην Κομοτηνή.

Η Σχολή μας συνορεύει άμεσα και είναι εύκολα προσβάσιμη από τις βαλκανικές χώρες. Αυτή η συνθήκη επιδρά στην επιστημονική μας κατεύθυνση και, παράλληλα, προσανατολίζει τους Βαλκάνιους κλασικούς φιλολόγους και νεοελληνιστές προς εμάς. Τη στιγμή που οι κλασικές και νεοελληνικές σπουδές φθίνουν σε επικίνδυνο σημείο στην Ευρώπη, στην Αμερική και στην Αυστραλία, ως αποτέλεσμα της υποχώρησης της ανθρωπιστικής παιδείας, χωρίς υπερβολή ανθίζουν στα Βαλκάνια. Στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία και στη Σερβία δραστηριοποιούνται ενεργά τοπικές Εταιρείες Νεοελληνικών Σπουδών με μέλη πανεπιστημιακούς και μεταφραστές. Επιπλέον, η νέα ελληνική γλώσσα, η λογοτεχνία και ο πολιτισμός διδάσκονται σε ακαδημαϊκό επίπεδο στην Τουρκία, στην Αλβανία, στη Σλοβενία, στη Βόρεια Μακεδονία και στην Κροατία.

Προνομιακός εταίρος των συγκεκριμένων ακαδημαϊκών φορέων είναι η Σχολή Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δ.Π.Θ. και τα Τμήματά της. Η επαφή της Σχολής και των Τμημάτων της με τα ομόλογα Τμήματα και τις Σχολές τω Βαλκανίων επικεντρώνει την έρευνα στο γεωγραφικό πλαίσιο της Θράκης και προωθεί ειδικά τη μελέτη της Θράκης στα βαλκανικά της συμφραζόμενα. Όλα αυτά διαγράφονται από το νομοσχέδιο του Υπουργείου στο όνομα μιας υπαρκτής δυσκολίας τα Τμήματα στης Σχολής να προσελκύσουν μεγάλες μάζες προπτυχιακών φοιτητών. Ταυτόχρονα, η επιτυχία των Τμημάτων της Σχολής στο επίπεδο των μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών και των μεταδιδακτορικών ερευνών παραγκωνίζεται εντελώς.

Με άλλα λόγια η Σχολή Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δ.Π.Θ. πληρώνει τα σπασμένα μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, καθώς η μακρινή απόσταση της Κομοτηνής από τα μεγάλα αστικά κέντρα αυξάνει το κόστος των σπουδών για τους φοιτητές και τις οικογένειές τους. Φυσικά, αντί του γόνιμου διαλόγου προκρίνεται και πάλι η ευκαιριακή λύση «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι». Όχι μόνο ως μέλος ΔΕΠ στο Δ.Π.Θ. αλλά και ως Θρακιώτης θεωρώ πρόχειρο, απρογραμμάτιστο και ανεπίτρεπτο τον προαναγγελθέντα θάνατο της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών και των τριών Τμημάτων της, για να θυμηθούμε και τον νομπελίστα Gabriel García Márquez. Είμαι σίγουρος πως με νηφαλιότητα και προπάντων όχι με βιαστικές κινήσεις και αποφάσεις είναι δυνατόν να αναζητηθούν ουσιαστικότερες λύσεις που μετατρέπουν το μειονέκτημα της απόστασης της Θράκης από το αθηναϊκό κέντρο σε πλεονέκτημα, λόγω της γειτνίασής της με τα Βαλκάνια.

Ευελπιστώ η τοπική κοινωνία της Κομοτηνής και της ευρύτερης Θράκης να αντιδράσει σθεναρά και να ακούσει με προσοχή την αγωνία των διδασκόντων και των φοιτητών των Τμημάτων της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών. Πιστεύω πως και η κεντρική διοίκηση του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, όπως οφείλει εξάλλου να κάνει για να προασπίσει το μέλλον των όχι κερδοφόρων αλλά ηθικά πολύτιμων ανθρωπιστικών σπουδών στην ακριτική Θράκη. Προφανώς και η τοποθέτησή μου δεν εμφορείται από αντιπολιτευτική διάθεση απέναντι στο Υπουργείο.

Ως πανεπιστημιακός δάσκαλος και γέννημα θρέμμα της Θράκης απαιτώ να σέβονται και να προσέχουν τον τόπο μου. Διεκδικώ να μην παίζονται πολιτικά παιχνίδια σε βάρος της Θράκης και του πανεπιστημίου της ούτε στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής ούτε στο επίπεδο της συναλλαγής. Το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο της Θράκης και ιδίως τα Τμήματα της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών είναι βασικοί πυλώνες της «διασφάλισης του εθνικού συμφέροντος στην ευρύτερη περιοχή» της Θράκης· αρκεί και μόνο να σκεφτεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο αγκαλιάζουν και εκπαιδεύουν τόσα νέα κορίτσια και αγόρια από τη μουσουλμανική μειονότητα.

*Ο Θανάσης Β. Κούγκουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.