Ιστορίες του χωριού: Μεράδες-χωραφότοπα

823

 

Μεράδες-χωραφότοπα

Γράφει ο Θεόφιλος Γουδουσάκης

Κύρια απασχόληση των Βρυσικιωτών αλλά και όλων των Μάρηδων, ήταν η γεωργία και από κοντά, βοηθητικά, ακολουθούσε η οικιακή κτηνοτροφία.

Μεγάλες κτηνοτροφικές οικογένειες που να είχαν σαν κύρια απασχόληση τους την κτηνοτροφία (πρόβατα και κατσίκια) υπήρχαν πάρα πολύ λίγες, τρεις-τέσσερις από τις διακόσιες και πλέον οικογένειες του χωριού. Ήταν από αυτές που δεν πήραν μεγάλους δημόσιους ή κοινοτικούς κλήρους  και ούτε κληρονόμησαν εύφορα χωράφια από τους παππούδες τους και αναγκάστηκαν να στραφούν στη κτηνοτροφία μικρών ζώων . Ως επί το πλείστον οι προσφυγικές οικογένειες.

Η καλλιεργήσιμη γη του χωριού, ο Βρυσικιώτικος μεράς , ήταν αρκετά μεγάλος και πολύ εύφορος που όχι μόνο αρκούσε για τους θρέψει αλλά περίσσευε και για “εξαγωγές” προς την πρωτεύουσα της επαρχίας, το Διδυμότειχο. Με τα χρήματα που εισέπρατταν από τις πωλήσεις τους εξυπηρετούσαν και τις υπόλοιπες ανάγκες τους με αγορές προϊόντων που δεν έβγαζαν (ελαιόλαδο, σαπούνια και άλλα είδη καθαριότητας, είδη ένδυσης και υπόδησης, σύγχρονα γεωργικά εργαλεία) και άλλα πολλά που τους έλλειπαν .

Τα πιο εύφορα χωράφια ήταν αυτά του κάμπου του Ερυθροπόταμου. Είχαν όμως και ένα μεγάλο μειονέκτημα, όταν πλημμύριζε το ποτάμι τα σκέπαζε όλα και καθυστερούσε πάρα πολύ η καλλιέργεια τους. Όταν τα “πατούσε” το νερό ήταν αδύνατη η πρόσβαση προς αυτά. Το νερό έφτανε μέχρι τις παρυφές των λόφων που ήταν κτισμένο το χωριό. Σκέπαζε όλον τον κάμπο και το μεγάλο κοινοτικό “τσιαϊρι” έγλυφε απειλητικά τις μικρές πλαγιές  από τον “Σουμπασκιώτκου μιρά”  την “καμήλα”, τις “μπάρες”, τα “καρλιά”, το “σαρίγιαρ” και μέχρι τα “Τσιαουσλιώτκα”.

Δεύτεροι σε παραγωγικότητα “μιράδις”, δεύτερα χωράφια ήταν αυτά με το μαυρόχωμα, τα “καράτοπρακια, ήταν γερά και γόνιμα χωράφια κατάλληλα για καλαμπόκια, σουσάμια, μποστάνια, σκούπες και σιτηρά για μεγάλη απόδοση. Αδύνατοι “μιράδις” με μικρές αποδόσεις , ήταν τα χωράφια με κοκκινοχώματα  τα έλεγαν στην τοπολαλιά τους “τσιγλέδις”, “βεράνκα χωράφια” Τέλος υπήρχε και ένας μεράς, μια περιοχή που τα χωράφια ήταν άγονα, ξερά και γεμάτα μικρές πέτρες, είχαν πετρώδες χώμα και τάλεγαν “τσικρίκις” Οι πλούσιοι χωριανοί μας, οι τσιορμπατζήδες κατείχαν πολλά στρέμματα με τα περισσότερα να βρίσκονται στον κάμπο και στα ημιορεινά με παχιά-λιπαρά χώματα, τα καράτοπράκια. Ένας άλλος κάμπος, μικρότερος βέβαια του μεγάλου, “ένας καμπάκος”, ήταν αυτός που σχηματίζονταν στη στενή κοιλάδα του χείμαρρου Καζαντζί. Μικρός αλλά εξίσου εύφορος και παραγωγικός αλλά εδώ ήταν λίγοι οι τυχεροί χωριανοί μας που ήταν ιδιοκτήτες χωραφιών. Το μεγαλύτερο κομμάτι, τα περισσότερα χωράφια του “μιρά” στο Καζαντζή ήταν “Παπαδάδκα”.