Ντοπιολαλιά: Διάιρνι, Εναγκιρίσιου, Ζαμάκουσα,… (Δ,Ε,Ζ)

766

Η ντοπιολαλιά  μας, η  Καραμπναριώτικη Μαρέικη  διάλεκτος.

Γράφει ο Θεόφιλος Γουδουσάκης

Την αφορμή πήρα από μια σχετική συζήτηση που έκανα με τον αγαπητό και εξαίρετο φίλο μου Καραφύλλη Γκροζούδη  του  Πολυχρόνη.

Σκεφτήκαμε ότι ένα ερμηνευτικό λεξικό της ντοπιολαλιάς μας στη καθομιλουμένη πανέμορφη και πανελλήνια γλώσσα μας θα βοηθούσε τα μέγιστα στους νέους συγχωριανούς μας που ζουν και μεγαλώνουν μακριά από το χωριό μας τα Βρυσικά, να διαβάζουν και να κατανοούν καλλίτερα, πολλά από τα άρθρα που αναρτώνται στην ιστοσελίδα και εμπεριέχουν μέσα λέξεις Βρυσικιώτικες άγνωστες σ΄ αυτούς. Το τόλμησα .

Αντί επεξηγηματικού προλόγου παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου Πολύκαρπος και Θεοφάνης στα χρόνια του ζωναράδικου”

Στο χωριό, όπως και στα γύρω χωριά τα παραερυθροποτάμια, μιλούσαν με μια τραχιά προφορά. Έκοβαν από τις λέξεις το τελευταίο φωνήεν, τις μίκραιναν. Άκουγες λέξεις Ελληνικές αλλά με φαγωμένα τα περισσότερα φωνήεντα, άφηναν στις μεγάλες λέξεις ένα, δύο φωνήεντα να συμπλέκονται με πέντε και έξι σύμφωνα. Υπήρχαν στη γλώσσα τους και λέξεις άγνωστες για τους ξένους που φτιάχτηκαν από τους ίδιους και μέσα από τις ανάγκες της δύσκολης ζωής τους. Υπήρχαν και πολλές λέξεις Τούρκικες αλλά και Βουλγάρικες λόγω της συχνής επαφής με τους γείτονες τους Τούρκους και Βούλγαρους. Επίσης σε πολλές λέξεις είχαν αντικαταστήσει το «όμικρον» και το «έψιλον» με τα «ου» και «γιώτα» αντίστοιχα.

Δ

Δέοντα (τα)=χαιρετίσματα

Διαέρου=τριγυρνώ άσκοπα

Διάιρνι=τριγυρνούσε, έκοβε βόλτες άσκοπα

Διάλαξι και μπουμπούνηξι=άστραψε και βρόντηξε

Δικέλι=δικράνι

.

Ε

Εμ ή χεμ= και , ( π.χ. Οι γναίκις στΑμπάρ φκιάν τρεις δλες μαζί,  εμ αρμέγν εμ κατρούν χεμ

μαστίχα ματσιαλούν.)

Εναγκιρίσιου=του παλιού καιρού

Έρουντι=έρχονται

Έρουμι=έρχομαι

Ετσιανά=κάπως έτσι

 

Ζ

Ζαβζάμπαχτσες=τοπωνύμιο περιοχής

Ζαμάκουσα=χτύπησα δυνατά κάποιον

Ζαμπάκουσα=γέμισα με το παραπάνω το στομάχι μου, έφαγα καλά

Ζέβλες=σιδερένιες βέργες που έμπαιναν στις τρύπες του ζυγού

Ζγκλαμπούρα= γεωργικό εργαλείο στο αλώνι

Ζγος=ζυγός

Ζλάπι=άγριο άγνωστο ζώο

Ζιμπερλέκι=ξυλόκαρφο που ασφάλιζε την πόρτα

Ζνάρι=ζωνάρι

Ζουρλαντίσκα=ζορίστηκα

Ζουρλαντιέμι=ζορίζομαι για να κλάσω

Ζούλις=μούρα